Τετάρτη, 11 Νοεμβρίου 2015


Ο ΜΑΚΗΣ Ο ΝΑΚΟΣ ΔΙΗΓΕΙΤΑΙ

Στα Μανδράκια εκεί που είναι τώρα το σουβλατζίδικο του Χρήστου του Παπαμιχαήλ, ήταν το καφενείο του Κώστα Κουτούβαλη, παππού του Κώστα του Κουτουβαλη, που ασχολείται με την ξυλουργική. Δίπλα ήταν το πατρικό σπίτι της Ανθούλας της Λαζαρίδου- Δουρουκου και της Ηρώς, όπως είναι σήμερα και μέσα στην αυλή ήταν το λιοτρίβι του πατέρα τους Νίκου Λαζαρίδου, συνέχεια στην καφετέρια εν λευκώ, ήταν το λιοτρίβι των αδελφών Μήτσου και Αχιλλέα Μερτύρη και πολύ αργότερα το ναυπηγείο του Λάζαρου Οικονόμου (Λούη). Στην καφετέρια των αδελφών Παλυβού, ήταν το σπίτι με αυλή των αδελφών Γεωργίου Ταρούση (Κουζούμη) και μπροστά στη φάτσα, ήταν μαγαζί με είδη αλιείας, χονδρική πώληση σιγάρων και στο βάθος ένα μικρό υπόγειο με βαρέλια κρασί του Νίκου Λαζαρίδη. Δίπλα μετά το στενό δρομάκι, ήταν το σπίτι των αδελφών Οικονόμου, που μπροστά στη φάτσα, ήταν το καφενείο <Τροκαντερό> του Γιάννη του Οικονόμου, που το είχε ονομάσει έτσι, από μία διάσημη περιοχή του Παρισιού με ξενοδοχεία και δημοφιλή κέντρα διασκέδασης. Μπροστά στη θάλασσα είχε φτιάξει ένα μανδράκι μπαζωμένο με χώμα και πέτρες, το καλλίτερο από την πλευρά των Μανδρακιών που μπορούσαν να αράξουν και μικρά καΐκια, έβγαζε  και τραπεζάκια με καρέκλες και τα καλοκαίρια πίναμε γκαζόζα και το υποβρύχιο βανίλια, στη αίθουσα του καφενείου πολλές φόρες το χειμώνα, ερχόντουσαν περιοδεύοντες  θίασοι (Μπουλούκια)και έπαιζαν θέατρο γιατί θυμάμαι μια χρονιά εγώ είχα δει τη Γενοβέφα στα Μανδράκια γινόντουσαν πολλές εκδηλώσεις, διασκέδασης τις αποκριές με τους μασκαράδες, όταν ερχότανε και ο συμμαχικός στόλος μέχρι το 1938 έβγαινε ορχήστρα από τα πλοία και έπαιζαν διάφορους σκοπούς της εποχής και το εμβατήριο της ποδοσφαιρικής ομάδας και έπαιζε με τον ΕΡΜΉ στα αλώνια τα δε Χριστούγεννα και Αγίου Βασιλείου γινόταν ο χαμός, με το ρόλο (Κορώνα γράμματα),το επίκεντρο ήταν πάντα το καφενείο το Τροκαντερό, τα καλοκαίρια της κατοχής ερχόταν ένας Καραγκιοζοπαίχτης ονόματι Σωτήρης, πολλοί έλεγαν ότι ήταν γιος του Ευγένιου Σπαθάρη, ήταν σπουδαίος στη τέχνη του, για μας ήταν μία νότα της παιδικής μας ηλικίας, διότι με τα σκαμνάκια πηγαίναμε κάθε βράδυ και παρακολουθούσαμε την παράσταση και εσκάγαμε στα γέλια με τα αστεία και της ατάκες του Καραγκιόζη . Έβγαινε ο καραγκιόζης στο πανί και άρχιζε: Αξιότιμοι κύριοι καλησπέρα σας πέρα για πέρα, εμπρός από εδώ , έκανε ορισμένα βήματα εμπρός, έκανε αμέσως πίσω και έλεγε, έως εδώ και ερχόταν και στο ίδιο σημείο από όπου ξεκίνησε , απόψε έχουμε το υπέροχο έργο , η αφεντομουτσουνάρα μου φούρναρης, δεν σας λέω ψέματα και αν σας λέω αλήθεια, κακιά μπόμπα να πέσει να με κάψει, η μπόμπα νάνε από φελλό και εγώ από πίσω απ΄ το βουνό. Έκανε και τον ποιητή και έλεγε, αχ τι καιρό που διάλεξε ο διάολος να με πάρει, τώρα που ανθίζει η θάλασσα και βόσκουν οι γαϊδάροι, όποτε καταλαβαίνεται το τι γινόταν από τα γέλια. Συνεχίζεται..