Δευτέρα, 23 Νοεμβρίου 2015

ΕΡΜΙΟΝΗ 1940-1946


Ο ΜΑΚΗΣ Ο ΝΑΚΟΣ ΔΙΗΓΕΙΤΑΙ

Το 1940, αφού είχε προηγηθεί ο τορπιλισμός του πολεμικού πλοίου <ΕΛΛΗ>, την ημέρα της Παναγίας στην Τήνο, από Ιταλικό υποβρύχιο όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων, το οποίο είχε φύγει από τη Λέρο, διότι τότε τα Δωδεκάνησα ήταν υπό Ιταλική κυριαρχία από το 1926. Όταν μετά τον πόλεμο ο Γιάννης ο Μπαρδάκος (Γερμανός), παγαίνανε στα νησιά για ψάρεμα, ερχόταν στην Ερμιόνη και τραγουδούσε ένα τραγούδι, που είχε ακούσει στα νησιά και είχε σχέση με το τορπιλισμό της Έλλης και έλεγε:

<Μπαμπέσικα, μπαμπέσικα την ρίξαν (την τορπίλη), οι άνανδροι φρατέλοι, βούλιαξαν το καράβι μας το δοξασμένο Έλλη >.

Η 28η Οκτωβρίου μας βρήκε στη πρώτη τάξη Δημοτικού, με δασκάλα την κυρά Σοφία τη Βαρελά, ήταν μια μουντή Δευτέρα, τη ημέρα αυτή,αφού συγκεντρωθήκαμε στο προαύλιο του σχολείου για την προσευχή, μας είπαν πώς έχουμε πόλεμο και δεν θα κάνουμε μάθημα. Γύρισα στο σπίτι και η μητέρα μου με έστειλε στο βιβλιοπωλείο του κυρ Γιώργου του Μαρμάρινου, (το Μικράκι) όπως έχω περιγράψει πρωτύτερα και αγόρασα μπλε κόλες, για να βάλουμε στις πόρτες και τα παράθυρα για συσκότιση, να μην βλέπουν φώτα τα αεροπλάνα.

Επιστρατευτήκαν πολλά παλληκάρια από την Ερμιόνη και έφυγαν για το μέτωπο της Αλβανίας, διότι εκεί γινόντουσαν οι μάχες εναντίον των Ιταλών, οι οποίοι είχαν καταλάβει την Αλβανία με σκοπό να επιτεθούν εναντίον της Ελλάδος.

Στους Μύλους της Ερμιόνης είχαν εγκατασταθεί η αεράμυνα, με ένα φυλάκιο και με μια καμπάνα, η οποία κτυπούσε εν είδη συναγερμού, όταν έβλεπαν ύποπτα αεροπλάνα, μάλιστα εκεί υπηρετούσε και ο Μιχαλάκης ο Δάσκαλος.

Από τις εφημερίδες και τα ραδιόφωνα διαβάζαμε και ακούγαμε τα νέα από τον πόλεμο, τις μάχες και τις νίκες του στρατού μας και όταν κατάλαβαν οι δικοί μας την Κορυτσά στη Βόρεια Ήπειρο, έγινε ο χαμός σε όλη την Ελλάδα. Αρχισε όμως και ο χειμώνας στα βουνά της Αλβανίας, με φοβερό κρύο και χιόνια, οι στρατιώτες μας ήθελαν ζεστά ρούχα και άρχισε η αποστολή, της φανέλας του στρατιώτη, όλες οι Ελληνίδες έπλεκαν φανέλες και κάλτσες και ότι άλλο μάλλινο πλεκτό χρειάζονταν, για να προφυλαχτούν από το κρύο και τα φοβερά κρυοπαγήματα.

Στο ταχυδρομείο της Ερμιόνης, γινόταν ο χαμός από τα δέματα που έστελναν στους δικούς μας στρατιώτες. Και επειδή το σπίτι μου ήταν κοντά στο ταχυδρομείο και ο αδελφός μου μαζί με τον Μίμη τον Στανατιώτη, είχαν αντικαταστήσει στο ταχυδρομείο τους Στάθη Λίτσα και Τάσο Οικονόμου (Αδελφό του Γιάννη Τροκαντερό), γιατί είχαν πάει στο μέτωπο, μοιράζανε την αλληλογραφία στα σπίτια. Ο προϊστάμενος του ταχυδρομείου Γιώργος Κοκότης από τα Καλάβρυτα,  είχε αναθέσει στη μητέρα μου και στην αδελφή μου, πριν πάνε τα δέματα στο ταχυδρομείο  να περάσουν από το σπίτι μας, να δεθούν και να σφραγιστούν με βουλοκέρι.
Έτσι η μητέρα μου με ένα καμινέτο, έλιωνε το βουλοκέρι, το έβαζε σε ορισμένα σημεία του δέματος και το σφραγίζανε με μια  σφραγίδα, που είχε επάνω τρία γράμματα Τ.Τ.Τ. δηλαδή Ταχυδρομείο, Τηλεγραφείο, Τηλεφωνείο, για αυτό και οι υπάλληλοι τότε ονομαζόντουσαν Τριατατικοί. Έτσι περνούσαν οι μέρες του πολέμου, με τους Έλληνες να έχουν πάρει φαλάγγι τους Ιταλούς και η μια μετά την άλλη, όλες οι Πόλεις της Βορείου Ηπείρου να έχουν καταλειφθεί από τους Έλληνες, Άγιοι Σαράντα, Χιμάρα, Πρεμετή, Πόγραδετς, Τεπελένι, Κλεισούρα, Αργυρόκαστρο, με φοβερές μάχες προπαντός στο ποταμό Καλαμά (Αώος) και στα χιονισμένα βουνά, με πολλές απώλειες από τις δύο μεριές, προπαντός από τα κρυοπαγήματα, με αποτέλεσμα να τους κόβουν τα πόδια. Συνεχίζεται...