Σάββατο 2 Μαΐου 2020

ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΜΑΚΗ ΤΟΥ ΝΑΚΟΥ Σ7


Προχωρώντας προς το Πουνέντε  μπροστά στο σπίτι της οικογένειας Στεργίου, (σημερινός Ερωδιός) ήταν ένα Μανδράκι και στην ακτή ήταν μια ξύλινη παράγκα, εκεί άραζε η τράτα του Κώστα του Κουβαρά (Πατέρας του Βασίλη και Ησαΐα) Και όταν σουρούπωνε, είχε τελειώσει και το καλάρισμα (τράβηγμα της τράτα) ερχόταν και άραζε και εμείς περιμέναμε με τις σουπιέρες να αγοράσουμε τη λαχταριστή και φρέσκια μαρίδα.

Συνέχεια ήταν το σπίτι του Τάσου Σπετσιώτη (Πιστρίκη) σημερινή ταβέρνα του Μιχάλη, που το ισόγειο τότε ήταν το καφενείο και στη γωνία είχε κουρείο ο Τάσος Σπετσιώτης, πιο πέρα ήταν το πατρικό σπίτι του Μήτσου του Παλαιού που είχε ένα μικρό ψαράδικο και τελευταίο το τσαγκαράδικο του Γιώργου του Μαντανού, εκεί ο δρόμος τελείωνε και από ένα δρομίσκο ανεβαίναμε την ανηφόρα,  για να βγούμε στο κεντρικό δρόμο για να πάμε στο Μοναστήρι των Αγίων Αναργύρων, η περιοχή αυτή λεγόταν Μαγκούλα και γκουρουμέσι.

Από το τσαγκαράδικο του Μαιντανού, μέχρι το σπίτι της Λουλουδιάς Λιναρδοπουλου, (Μπαούλενας) σημερινή οικία του φιλόπτωχου ταμείου ήταν χωματόδρομος, τα σπίτια και η αυλές ήταν πολύ κοντά στη θάλασσα και πολλές φορές όταν φυσούσε δυνατός γαρμπής, το κύμα έμπαινε στις αυλές, o αυλότοιχος του σπιτιού της μπαούλενας ακουμπούσε στη θάλασσα,  εκεί ο δρόμος σταματούσε και έπρεπε να πάμε από επάνω για να βγούμε στο καρνάγιο του Μαστρογιάννη και στο σημερινό Κάβο, όπως έχω περιγράψει ερχόμενοι από τον  Άγιο Γιάννη.

Συγνώμη που χρησιμοποιώ παρατσούκλια, διότι τα περισσότερα επίθετα στην Ερμιόνη είναι τα ίδια πχ ο αδελφός του πατέρα μου Ηλίας Νάκος (ο οργανοπαίκτης,) είχε τέσσερες Βασίληδες με το ίδιο επίθετο και για να τους ξεχωρίσει έλεγε, ο Βασίλης του Μοναστηριού, ο Βασίλης  του παπά, ο Βασίλης ο Χιώτης, (Επειδή ο αδελφός μου είχε παντρευτεί Χιώτισσα ) και ο Βασίλης του Πράμα, επειδή είχε παντρευτεί την αδελφή του Απόστολου του Σιφναίου την Άννα και το παρατσούκλι του πατέρα τους, ήταν Πράμας. Θα αναφέρω σε όσες βάρκες θυμάμαι με τους ιδιοκτήτες τους. 

Λεωνίδα Θανάσης (Ο χοντρός),  Μερτύρης Δημήτριος (Λούτζας), Κιούσης Ιωάννης (Γηπαρης), στον Γύπαρη θα αναφερθώ ιδιαιτέρως, επειδή έκανε τον παλικαρά γιατί είχε ακούσει ότι ο Γύπαρης, ήταν πρωτοπαλίκαρο του Βενιζέλου, ο οποίος είχε σκοτώσει τον Ίωνα Δραγούμη, και οι Ερμιονίτες δεν θέλανε και πολύ για να του το κωλύσουν παρατσούκλι, ο Γύπαρης. Αυτός ήταν αδελφός του πάτερα της Πανωρίτσας Μερτυρη – Κιούση, και λέγετε ότι μια Αποκριά, που είχαν βγάλει έξω τις βάρκες για τη σχετική συντήρηση, μια μεγάλη παρέα γλεντούσε στην ταβέρνα του Μιχάλη του Νάκου, (αδελφού του πατέρα μου) απέναντι από το Λαογραφικό Μουσείο, πολλοί από αυτούς είχαν γίνει στούπα στο μεθύσι, οι πιο νηφάλιοι κατεβαίνουν στα Μανδράκια παίρνουν τη βάρκα του Γύπαρη και με φαλάγγια την ανεβάζουν μπροστά στην ταβέρνα και βάζουν μέσα τον Γύπαρη στούπα στο μεθύσι και όταν συνήλθε δεν καταλάβαινε που βρισκόταν, στα Μανδράκια ή στον Ταξιάρχη, από τις ωραίες πλάκες που είχαμε ακούσει τότε.
 
Συνεχίζω με τις βάρκες του Λευτέρη του Δράκα, με το γιό του Λάζαρο (Τσετσέρη), του Κώστα Κουτούβαλη, του Σπύρου Κουτουβαλη, πατέρα του Λάζαρου ο οποίος ήταν εξπέρ στους δυναμίτες. Μία φορά στην κατοχή, όταν ήταν οι αντάρτες στην Ερμιόνη, ψάρευε μεταξύ νησάκι και Κάβο μαυρονησίου, είδε με το γυαλί  κοπάδια τσιπούρες αλανιάρες και πετάει τέσσερα πλακάκια (δυναμίτες) σταυρωτά γέμισε τη βάρκα μέχρι τα μπουνιά με τσιπούρες, από οκά και πάνω η μία, ήρθε μέσα στην Ερμιόνη τις άδειασε και ξανά πήγε και ξαναγέμισε τη βάρκα.
 
Του Μανώλη του Νόνη (Κολινέκα) , του Τάσου Καρακώτσα με το γιό του Κώστα, του Γιώργου Μπαρδάκου, πατέρα του Γιάννη (Γερμανού), του Βασίλη του Μπαρδάκου, με το γιό του Γιώργο, ο οποίος Γιώργος μαζί με τον πατέρα του σκοτώθηκαν στη Δοβραίνα  όταν άνοιγαν μια νάρκη, για να πάρουν το υλικό να  φτιάξουν δυναμίτες. Η γκακάβα του Παναγιώτη Κουβαρά, η οποία ήταν ένα είδος ανεμότρατας, που ψάρευε σφουγγάρια και άραζε στο Μανδρακι του Τροκαντερού, του Μανώλη του Λακουτση (Μουτάρη), του Αργύρη του Κεσαραία, του Ανάργυρου του Πασχάλη, του Μανώλη του Ησαΐα (Κωνσταντάκη), τα αδέλφια της Λιολιός Νίκα (Τζάνη) Γιάννη και Γιώργο. Του Θανάση Τζάνη, του Μιχάλη Κομμά, του Ναπολέων Σπετσιώτη, του Αγγέλου Νοταρά με το γιό του Μανώλη (Κοβόλο), ο οποίος έπαιζε και στον Ερμή μπάλα και ήταν και από τού καλούς, διότι έτρεχε πάρα πολύ, του Σάββα του Σχινά, πατέρα του Μίμη, του Διαμαντή Κουτούβαλη (Διαμαντάρα). Συνεχιζεται…
                                                                                         
                  







 

Παρασκευή 1 Μαΐου 2020

ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΜΑΚΗ ΤΟΥ ΝΑΚΟΥ Σ6



Στα Μανδράκια εκεί που είναι τώρα το σουβλατζίδικο του Χρήστου του Παπαμιχαήλ, ήταν το καφενείο του Κώστα Κουτούβαλη, παππού του Κώστα του Κουτουβαλη, που ασχολείται με την ξυλουργική. Δίπλα ήταν το πατρικό σπίτι της Ανθούλας της Λαζαρίδου- Δουρουκου και της Ηρώς, όπως είναι σήμερα και μέσα στην αυλή ήταν το λιοτρίβι του πατέρα τους Νίκου Λαζαρίδου, συνέχεια στην καφετέρια εν λευκώ, ήταν το λιοτρίβι των αδελφών Μήτσου και Αχιλλέα Μερτύρη και πολύ αργότερα το ναυπηγείο του Λάζαρου Οικονόμου (Λούη).
Στην καφετέρια των αδελφών Παλυβού, ήταν το σπίτι με αυλή των αδελφών Γεωργίου Ταρούση (Κουζούμη) και μπροστά στη φάτσα, ήταν μαγαζί με είδη αλιείας, χονδρική πώληση σιγάρων και στο βάθος ένα μικρό υπόγειο με βαρέλια κρασί του Νίκου Λαζαρίδη. Δίπλα μετά το στενό δρομάκι, ήταν το σπίτι των αδελφών Οικονόμου, που μπροστά στη φάτσα, ήταν το καφενείο <Τροκαντερό>του Γιάννη του Οικονόμου, που το είχε ονομάσει έτσι, από μία διάσημη περιοχή του Παρισιού με ξενοδοχεία και δημοφιλή κέντρα διασκέδασης.
Μπροστά στη θάλασσα είχε φτιάξει ένα μανδράκι μπαζωμένο με χώμα και πέτρες, το καλλίτερο από την πλευρά των Μανδρακιών που μπορούσαν να αράξουν και μικρά καΐκια, έβγαζε  και τραπεζάκια με καρέκλες και τα καλοκαίρια πίναμε γκαζόζα και το υποβρύχιο βανίλια, στη αίθουσα του καφενείου πολλές φόρες το χειμώνα, ερχόντουσαν περιοδεύοντες  θίασοι (Μπουλούκια)και έπαιζαν θέατρο, γιατί θυμάμαι μια χρονιά εγώ είχα δει τη Γενοβέφα, στα Μανδράκια γινόντουσαν πολλές εκδηλώσεις, διασκέδασης τις αποκριές με τους μασκαράδες, όταν ερχότανε και ο συμμαχικός στόλος μέχρι το 1938 έβγαινε ορχήστρα από τα πλοία και έπαιζαν διάφορους σκοπούς της εποχής και το εμβατήριο της ποδοσφαιρικής ομάδας και έπαιζε με τον ΕΡΜΉ στα αλώνια.
Τα δε Χριστούγεννα και Αγίου Βασιλείου γινόταν ο χαμός, με το ρόλο (Κορώνα γράμματα),το επίκεντρο ήταν πάντα το καφενείο το Τροκαντερό, τα καλοκαίρια της κατοχής ερχόταν ένας Καραγκιοζοπαίχτης ονόματι Σωτήρης, πολλοί έλεγαν ότι ήταν γιος του Ευγένιου Σπαθάρη, ήταν σπουδαίος στη τέχνη του, για μας ήταν μία νότα της παιδικής μας ηλικίας, διότι με τα σκαμνάκια πηγαίναμε κάθε βράδυ και παρακολουθούσαμε την παράσταση και εσκάγαμε στα γέλια με τα αστεία και της ατάκες του Καραγκιόζη .
 Έβγαινε ο καραγκιόζης στο πανί και άρχιζε: Αξιότιμοι κύριοι καλησπέρα σας πέρα για πέρα, εμπρός από εδώ , έκανε ορισμένα βήματα εμπρός, έκανε αμέσως πίσω και έλεγε, έως εδώ και ερχόταν και στο ίδιο σημείο από όπου ξεκίνησε , απόψε έχουμε το υπέροχο έργο , η αφεντομουτσουνάρα μου φούρναρης, δεν σας λέω ψέματα και αν σας λέω αλήθεια, κακιά μπόμπα να πέσει να με κάψει, η μπόμπα νάνε από φελλό και εγώ από πίσω απ΄ το βουνό. Έκανε και τον ποιητή και έλεγε, αχ τι καιρό που διάλεξε ο διάολος να με πάρει, τώρα που ανθίζει η θάλασσα και βόσκουν οι γαϊδάροι, όποτε καταλαβαίνεται το τι γινόταν από τα γέλια. Συνεχίζεται..       

 

 

Πέμπτη 30 Απριλίου 2020

ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΜΑΚΗ ΤΟΥ ΝΑΚΟΥ Σ5



H Μαρκό ήταν βελγίδα και όταν απεβίωσε ο σύζυγος της,  αντί στεφάνου έστειλε τα χρήματα και φτιάξανε  το σημερινό εξοχικό, που είναι δίπλα στη θάλασσα, πίσω από το Ιερό του Αγίου Γιάννη και σήμερα το έχει νοικιάσει η  (Λέλα η Γκάτσου-Αθηναίου). Ερχόταν τα καλοκαίρια και καθόταν σε αυτό το εξοχικό, είχε αγαπήσει την Ερμιόνη, ήταν καλλιεργημένος άνθρωπος, βοήθησε πολλά παιδιά, διδάσκοντας ξένες γλώσσες, επίσης φύτεψε τα πεύκα κατά μήκος του δρόμου, από τον Κάβο μέχρι το σπίτι Γιώτας Δέδε και τα πεύκα κάτω από το σχολείο (Δημαρχείο). 

Ο δρόμος τότε δεν ήταν όπως είναι σήμερα από Άγιο Γιάννη μέχρι Κάβο, Κaza Dei, ήταν ένα μονοπάτι και στο σημείο αυτό σταματούσε, από κάτω ήταν γκρεμός και θάλασσα, έπρεπε να κάνουμε δεξιά σε ένα μικρό σοκάκι από το καρνάγιο του μάστρο Γιάννη του Κοτταρά και αμέσως αριστερά για να βγούμε πάνω από το σπίτι της οικογένειας Αρβανιτάκη, (Σημερινό Κρινή)και από το σπίτι του Βλαχοδημήτρη και να βγούμε στη γωνία του σπιτιού του Μπάρμπα Κώστα του Προκοπίου (Σημερινό σπίτι Κώστα Φασιλή)και Κοσμά Βρεττού, σε αυτό το μονοπάτι ήταν μόνο το σπίτι της οικογένειας Παπαφράγκου και πίσω από τον κάβο ήταν το σπίτι του Σωτήρη του Καλιάνου και δίπλα και ανατολικά το σπίτι του γιατρού Απόστολου Παπαβασιλείου, σημερινό Γηροκομείο και το Δημοτικό σχολείο (Κοινοτικό γραφείο) απέναντι ήταν το ταχυδρομείο το οποίο και μέχρι τίς  αρχές του 1940 ήταν στο σπίτι της οικογένειας Άννας Μαστράκη (Σαρρή).

Το σχολείο είχε κτιστεί πριν από τον πόλεμο από τον  Γεώργιο Παπανδρέου, πατέρα του Ανδρέα, όταν ήταν υπουργός παιδείας, η βορειανατολική αίθουσα κτίστηκε το 1939 και η βορειοδυτική πολύ αργότερα και έτσι πήρε τη σημερινή μορφή σε σχήμα Π. Η αστυνομία ήταν μέχρι και το 55 σε ένα διώροφο σπίτι του Απόστολου του Κατσογιώργη, στον επάνω όροφο ήταν το γραφείο της Αστυνομίας και κάτω κρατητήριο. ο                                                                                                                                                     Στη διαδρομή από Άγιο Γιάννη μέχρι τον κάβο ήταν οι δύο μπανιέρες που κάνανε μπάνιο, οι γυναίκες και τα μικρά παιδιά, στις οποίες μάθαμε και εμείς μπάνιο με τις νεροκολοκύθες, μια ήταν του μαστρο Γιάννη κάτω από τον κάβο και η άλλη στη συκιά κάτω από το σημερινό σπίτι της Ηρώς Λαζαρίδου, δίπλα δεξιά από το μαδέρι στη μέση λίγο δεξιά από την ταβέρνα  Τζιέρι, ήταν το Κουλούρι για τους άνδρες και ανοικτά γινόντουσαν τα μπέλ μίξ δηλαδή άνδρες και γυναίκες. Επίσης υπήρχε και μια στη Μαγγούλα, εκεί προς το γκουρουμέση που κολυμπούσαν οι μηλιώτες, διότι κάθε μαχαλάς είχε και την ονομασία του, Μηλιώτες, Μανδρακίωτες, λιμανιώτες, Μπιστιώτες, και μια φορά είχε γίνει πετροπόλεμος στη πλατεία που ήταν το καφενείο του Γιάννη του Γκάτσου, πατέρα του Φάνη του Γκάτσου, μεταξύ Μυλιωτών και λιμανιωτών που άφησε εποχή, αρχηγός των Μυλιωτών ηταν ο Αντώνης ο Κολυμπάδης (Μπαρμπάτσης) Και των λιμενιωτών ο Πάνος ο Μερτύρης (Πανούτσος). Συνεχίζεται.


 

 

Τρίτη 28 Απριλίου 2020

ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΜΑΚΗ ΤΟΥ ΝΑΚΟΥ Σ4



Στην αρχή του δρόμου του Μπιστιού, καμιά εκατονπενηνταριά μέτρα κάτω από το δρόμο, υπήρχε μια αμμουδιά που πολλοί ψαράδες έβγαζαν έξω τις βάρκες τους για τη σχετική συντήρηση, επίσης σε  αυτό το σημείο, άναβαν φωτιά και απάνω σε μια σκάρα έβαζαν ένα μεγάλο καζάνι (Λεβέτι) με νερό, το οποίο όταν έβραζε έριχναν μέσα φλούδες από τα πεύκα (Πετίκι), αυτές όταν έβραζαν άφηναν ένα σκούρο κόκκινο χρώμα, με το οποίο έβαφαν τα δίχτυα τους, διότι  όταν τα αγόραζαν ήταν άσπρα και έπρεπε να σκουρύνουν .                                                                                 
Άλλος ένας δρόμος του Μπιστιού, άρχιζε από τον Άγιο Νικόλαο πέρναγε μπροστά από τον αρχαίο ναό της Δήμητρας και κατέληγε στο φανάρι. Αυτός ο δρόμος ήταν για τα ζευγαράκια και τα κρυφά ραντεβού, για αυτό και ο ευρηματικός Αργύρης Σπετσιώτης, τον είχε ονομάσει <Οδός σε λατρεύω>. Ο αείμνηστος Αθανάσιος Στρίγκος, είχε ανακαλύψει και είναι ορατοί και σήμερα στις πέτρες του δρόμου, ίχνη από ιππήλατες άμαξες, που μετέφεραν τους άρχοντες στο ναό.   
Μετά το άνοιγμα του περιφερειακού δρόμου, ήρθαν στην επιφάνια υπολείμματα από πορφύρες, τις οποίες χρησιμοποιούσαν για να βάφουν υφάσματα (Χλαμιδες) σε χρώμα κόκκινο, που τα φορούσαν Βασιλείς και αυτοκράτορες και όπως αναφέρεται ιστορικά ο Μέγας Αλέξανδρος βρήκε Ερμιονίτικες χλαμύδες στα παλάτια της Αιγύπτου και της Περσίας.
Στη νότια πλευρά του Αγίου Νικολάου, υπήρχε ένα κελί το οποίο δεν υπάρχει σήμερα, εκεί μόναζε μια καλόγρια ονομαζόμενη Μπαμπάνα, και ήταν από το σόι της οικογένειας Σπύρου Κουτούβαλη, πατέρα του Λάζαρου Κοτούβαλη, στα χρόνια της Κατοχής καθόταν η αδελφή της Πανωραίας της Κιούσης (Μερτύρη) ονόματι Λούλα, η οποία έπασχε από φυματίωση και απεβίωσε μέσα σε αυτό. Τα τελευταία χρόνια εκεί έζησε και πέθανε ο Τάσος ο Σχοινάς (Τζάνης ή Αγώνας) .

 Στο προαύλιο του Αγίου Γιάννη, υπήρχε νεκροταφείο με πολλά μνημεία, τα είχαμε προλάβει και εμείς, μεταξύ αυτών και ο αδελφός του Γιώργου του Νοταρά, Σταμάτης, που απεβίωσε από διφθερίτιδα  τον Ιούνιο του 1936, μαθητής Α΄ δημοτικού, οι σωροί αυτών αγνοούνται!!!   Ανατολικά του ναού υπήρχε ένα μεγάλο κελί που καθόταν η Γεωργία Χαμηλοθώρη (Γαλιάντρα) με τον άνδρα της, και υπηρετούσε και το ναό που ιδιοκτησιακός ανείκε στον ναό των Ταξιαρχών.
 
Το κελί αυτό επιδιορθώθηκε από την Μαρκό Αγγέλου Φασιλή η οποία ήταν σύζυγος του συμπατριώτη μας Αγγέλου Φασιλή ο οποίος ήταν Πρόξενος του Ελληνικού Κράτους στην Αμβέρσα το 1950. Συνεχίζεται.   

 

 

 

 

 

 

Κυριακή 26 Απριλίου 2020

ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΜΑΚΗ ΤΟΥ ΝΑΚΟΥ Σ3


Στο λιμάνι δεν υπήρχαν περιπτερά  μόνο καφενεία, μαγαζιά και ταβέρνες, θα περιγράψω όσα θυμάμαι , στο βόρειο λιμάνι ήταν το σπίτι όπως είναι σήμερα, του  Ανδρέα Πραχαλιά, κάτω μπακάλικο και στο βάθος ταβέρνα. Στη ταβέρνα σύχναζαν καραβοκύρηδες και πολλές φορές ο Μιχάλης ο Παπαμιχάλης (Γιαταγάνας) ο οποίος συνήθιζε να παίρνει μισή οκά κρασί να βγαίνει στην πόρτα του μαγαζιού και να το χύνει στο δρόμο, εις υγεία των πεθαμένων, επίσης ποτέ δεν πλήρωνε όταν ήταν … εν ευθυμία, αλλά την άλλη μέρα ενθυμούμενος ακριβώς το λογαριασμό.

 Βαδίζοντας ανατολικά εκεί που είναι τώρα η Μαρία του Στάικου ήταν το καφενείο του Ταγκαλου και απάνω το σπίτι, πιο παλιά το καφενείο ήταν μαγαζί και το είχε νοικιάσει κάποιος ονόματι Πρωτογύρου, εγώ δεν το πρόλαβα ως μαγαζί, στο στενό μεταξύ του Πραχαλιά και του Ταγκαλου, ήταν το οδοντιατρείο το οποίο ειχε κάποια ξένη κ, Φωφό, δίπλα στου Ταγκαλου ήταν ένα μικρομάγαζο σαν περίπτερο που το είχε ο Παναγιώτης ο Σπετσιώτης (Σκουλιουφας) και πουλούσε τσιγάρα  καραμέλες και ξηρούς καρπούς.
Ας σημειωθεί  ότι περιπτερά στο λιμάνι και στα Μανδράκια δεν υπήρχαν.  Στη συνέχεια ήταν η ταβέρνα του Ιωσήφ του Μερτύρη, που η Γυναικά του κυρά  Χριστίνα ήταν σπουδαία μαγείρισσα, στο πίσω μέρος ήταν η κατοικία και  πιο επάνω είχε μια μεγάλη αποθήκη, που είχαν το τυροκομείο, με τις ωραίες φέτες, μυτζήθρες, γιαούρτια, που έφτιαχνα οι γιοι του Λευτέρης,   Γιώργος και Πάνος, αρίστης ποιότητος, γνήσια και βιολογικά.
 Συνέχεια ήταν η ταβέρνα του Γιώργου Γαννώση όπως είναι σήμερα στο ίδιο κτήριο, πιο πέρα ήταν το σπίτι της οικογενείας  Δαμαλίτη που στο μέρος της παραλίας ήταν το ψαράδικο του Μήτσου του Παλαιου (Παλλη)μετά ήταν το διώροφο σπίτι της οικογένειας Παπαδοπούλου  -για το οποίο θα αναφερθώ αργότερα-με μια τεράστια μάντρα με πολλές αμυγδαλιές και έφτανε μέχρι τη γωνία του τσιμεντόδρομου  τότε, σημερινή γωνία Εθνικής τράπεζας, εκεί ήταν το ψαράδικο του Παντελή του Μαρουλά, που είχε βοηθό το μπάρμπα Λάζαρο το Σέρφα πατέρα του Ανάργυρου του Σέρφα, στο ψαράδικο αυτό η οργάνωση του ΕΑΜ έφερνε ψάρια από τη λιμνοθάλασσα  της θερμησίας και τα μοίραζε στο κόσμο.
Δίπλα το ψαράδικο των αδελφών Σπετσιώτου  (Μητρόκα)  υπεύθυνος του οποίου ήταν ο Απόστολος, ενώ ο καπτάν Ντίνος  με το Σπύρο δούλευαν στη ιδιόκτητη τράτα τους. Συνέχεια μετά το δρόμο ήταν το διώροφο σπίτι του μπάρμπα Αντώνη του Κυπραίου με μεγάλη μάνδρα με αμυγδαλιές και μπροστά στο δρόμο προς τη θάλασσα ήταν υπερυψωμένο ένα σημείο του σπιτιού, με ένα πεύκο ( Σημερινή καφετέρια Γιωτ) εκεί είχε ένα μικρομάγαζο ο μπάρμπα Δημήτρης ο Μπενάρδος, πατέρας του Ανδρέα Μπενάρδου
Στη συνέχεια  ήταν το διώροφο σπίτι του Κοσμά Παπακυριακού (Παράσκου) πατέρας του Μιχάλη Παπακυριακού που το ισόγειο μετά τον πόλεμο το είχε νοικιάσει η UNRA (Σχέδιο Μάρσαλ) και είχαν αποθηκεύσει διαφορά τρόφιμα όπως άλευρα, γάλατα, ρύζια κλπ, τα οποία μοίραζαν δωρεάν στους κατοίκους της Ερμιόνης. Πιο πέρα ήταν η διώροφη κατοικία ιδιοκτησίας Απόστολου Κατσογιώργη που την είχαν επιτάξει οι Ιταλοί και την χρησιμοποιούσαν ως Καζάρμα.
Πιο  πέρα η διώροφη κατοικία του Α. Κατσογιωργη και στη συνέχεια το διώροφο σπίτι του Μπενάρδου και το σπίτι του Σπύρου του Ταρουση που μετά τον πόλεμο άνοιξε ταβέρνα της οποίας οι κεφτέδες άφησαν εποχή, σήμερα είναι ξενοδοχείο που ανήκει στο γιό του Κώστα.    
Πιο πέρα, ήταν το σπίτι του Γιαννη του Ησαΐα και το σπίτι της κα Αντωνίας της Κιούση, ακολουθούσαν οικόπεδα και σε απόσταση 100μ ήταν η αποθήκη του Δεληγιάννη και τελευταίο το σπίτι του Γεωργίου Βεντουρή.  Συνεχίζεται.

 

 

 

 

 

 

Παρασκευή 24 Απριλίου 2020

ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΜΑΚΗ ΤΟΥ ΝΑΚΟΥ Σ2



Εκεί που κάθεται τώρα ο Μάκης Καραγιάννης, ήταν το καφενείο του παππού του Καρακίκουλη και πάνω από το καφενείο στο σπίτι του Κοσμά Παπαμιχαήλ, είχε το μπακάλικο ο πατέρας του και η μητέρα του κυρά Κόλενα, και εδώ, στη κάτω γειτονιά (Μπίστι) πριν από τον Άγιο Αθανάσιο, στο πατρικό σπίτι του Γιάννη και Αριστείδη Φλεβαράκη (Χιώτη), οπού εμείς που μέναμε στη γειτονία, ότι σόλες, ψίδια, φόλες χρειαζόντουσαν τα παπούτσια, τα πηγαίναμε στον κύρ΄ Σταύρο για να μας τα φτιάξει.

Συνεχίζοντας από το λιμάνι, στο περίπτερο σήμερα του Λευτέρη του Καρκατσάνη, ήταν η παράγκα του Διονύση του Κατζιλιέρη, που όπως είχαμε ακούσει παλαιοτέρα, ήταν φορατζίδικο, εισέπρατταν τους φόρους, ο δε Κατζιλίερης είχε και Μύλο απάνω στους μύλους, όπου το διάστημα της κατοχής δούλευε με τα πανιά και πηγαίναμε σιτάρι, κριθάρι, καλαμπόκι, για να τα αλέσει.

Στή γωνιά, που είναι η καφετέρια του Ντάρκα, ήταν το μαγαζί του Γιώργου του Μπουρνάκη, πατέρα της Μαριάνας Βαρδινογιάννη και συνεχεία οι βενζίνες και πετρέλαια του Μιχάλη Δεληγιάννη, ο οποίος ήταν αντιπρόσωπος της εταιρείας ΣΕL και αργότερα το είχε Βενζινάδικο ο Ανάργυρος Σέρφας.

Ο Μιχάλης ο Δεληγιάννης, ήταν ο πρώτος πρόεδρος του αγροτικού συνεταιρισμού Ερμιόνης. Εκεί στο σημερινό κτήριο του Παλυβού, ήταν μία μεγάλη αίθουσα και στη γωνία ήταν το κουρείο του Θανάση του Σαρρή και το υπόλοιπο ήταν ζαχαροπλαστείο του Παντελή Αναμερόγλου, ο οποίος ήταν πρόσφυγας και μπατζανάκης του Θεόδωρου Κωνσταντινίδη, ο οποίος έφτιαχνε ωραίες πάστες, είχε και ένα μοναχοπαίδι τον Κώστα, ένα –δύο χρόνια μεγαλύτερος μου, στο σχολείο δεν τον ήξερε κανένας με το επίθετο του, αλλά με το παρατσούκλι, ο  Κώστας ο ζαχαρομουτης, μελετημένα και ευφυέστατα τα  παρατσούκλια των Ερμιονιτών.

Ανεβαίνοντας προς τα πάνω, στο σημερινό σπίτι του Ανδρέα του Βογανατση, ήταν  τσαγκαράδικο του Παναγιώτη Κωνσταντινίδη, που και αυτός ήταν πρόσφυγας και γαμπρός του Παπαδημήτρη του Μπαρδάκου και με την εγγόνα του Μαρία Κωνσταντινίδου, ήμαστε συμμαθητές στο δημοτικό σχολείο. Τελειώνοντας την ανηφοριά, φάτσα ήταν το σπίτι και χασάπικο του Δημήτρη του Τσέλου, πατέρα του Γιώργου, Κώστα, Ανάργυρου,(Γούλη) Τάσου και Ιωάννας Τσέλου.          

 Δίπλα και αριστερά από το χασάπικο, ήταν το σιδεράδικο του Μαρουλά, πατέρα του Άγγελου και Μάκη (Κόκκινου). Στη γωνία απέναντι από το σπίτι του Τάσου του Παπαγεωργίου (πατρικό), Ήταν ο φούρνος του μπάρμπα Διονύση Γκάτσου, αργότερα Νίκου Λίτσα.

Ανεβαίνοντας δεξιά, στο πατρικό σπίτι της οικογένειας Ντούρου, ήταν το Σαγματοποιείο (Σαμαράδικο) του Τάσου του Ντούρου, φτάνοντας μπροστά στο Κυπαρίσσι, ήταν το καφενείο του Γιάννη του Τράκη, πατέρα της Κικής, Ελένης, και Μαρίας Τράκη, μετά το καφενείο πηγαίνοντας προς την Παναγία,  καί δεξιά, στο  σπίτι της Μαλαματένιας Βόντα,  ήταν η μπακάλο ταβέρνα του Μπεξή και του Θανάση του Πάτσου που ήταν συνέταιροι.

 Πίσω από το ιερό της Παναγίας, το σπίτι του Μιχαλάκη Παπαβασιλείου (Δάσκαλου), στη γωνιά ήταν το κουρείο του Παναγιώτη του Φασιλή, πατέρα του Ηλία Βασίλη και κατεβαίνοντας κάτω μετά την Παναγία, ήταν το σπίτι του Άγγελου του Ζωγράφου και το σαγματοποιείο (Σαμαράδικο) του Δημήτρη Οικονόμου, πατέρα του Πάνου και του Ανάργυρου Οικονόμου. Συνεχίζεται …  



Δευτέρα, 16 Νοεμβρίου 2015