Τρίτη 12 Μαΐου 2020

ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΜΑΚΗ ΤΟΥ ΝΑΚΟΥ Σ12



Από κάτω από του Μέξη προς το Βοριά είχε και το λιοτρίβι ο Σωτήρης ο Δεδάκης από εκεί και πέρα δεν υπήρχαν μαγαζιά, ήταν όλα αμπέλια και περιβόλια.

Μεταξύ κτηρίου ΟΤΕ και των σπιτιών και μαγαζιών του Ιωάννου Λαδά, στεγάζονταν τότε επί του δρόμου η Ηλεκτρική μηχανή, που έδινε ρεύμα στα σπίτια της Ερμιόνης και από την άλλη μεριά προς τη θάλασσα, ήταν το λιοτρίβι.
Από τη πρώτη γλίστρα μέχρι τη στροφή, που περνούμε για να πάμε στο μύλο, δηλαδή όλο σχεδόν το κρηπίδωμα, εκεί που παρκάρουν τα φορτηγά και τα πούλμαν, εκεί που γίνεται η λαϊκή, και το Γήπεδο και ο ιστιοπλοϊκός όμιλος, ήταν βουρκάδα και βάλτος και δεξιά στα βράχια του κρόθι, ήταν οι γούρνες που έβγαινε γλυκό νερό, το οποίο ανακατευόταν με το νερό της θάλασσας και γινόταν υφάλμυρο.
 
Εκεί πήγαιναν οι γυναίκες και έπλεναν τις λιοπάνες, χράμια, βελέντζες, κλπ. Κρόθι στα Αρβανίτικα θα πει Πηγή-νερου και επειδή στο σημείο αυτό έβγαινε νερό, πήρε και το βουνό την ονομασία Κρόθι.                                        
Οι γούρνες επί πολλά χρόνια ήταν σκεπασμένες, για προστασία από τη βροχή και τον Ήλιο, ΒΔ των σπιτιών του Λαδά, μέχρι τον ΟΤΕ και σχεδόν στο ύψος του λιμεναρχείου, ήταν όλο βούρλα και από τα βούρλα και μετά υπήρχε μια συστάδα από ευκάλυπτα. Και από τα ευκάλυπτα και μετά το γήπεδο του Ερμή – καμιά σχέση με το σημερινό –  μετά το γήπεδο, ήταν δυο-τρία πέτρινα αλώνια εξού και η ονομασία της περιοχής, που αλώνιζαν το σιτάρι και το κριθάρι με τα άλογα, έως ότου ήρθε η αλωνιστική μηχανή γύρω στο 1939-40 και καταργήθηκαν.

Δυτικά από αυτά που περιγράφω, μέχρι την ανατολική μάνδρα της βίλας του Λεούση, δεν υπήρχε κανένα κτίσμα. Για να σας δώσω να καταλάβετε από τα σπίτια σήμερα της οικογένειας Λαδά και από τη Δήμητρα, μέχρι το Κρόθι και τον Άγιο Μηνά, δεν υπήρχε κανένα σπίτι.                               Δυτικά του τότε γηπέδου, του Νηπιαγωγείου, δημοτικού σχολείου και του σημερινού γηπέδου, ήταν όλο κτήματα (χωράφια) που έσπερναν στάρια και κριθάρια.  

Εκεί που είναι σήμερα το Super Market Δήμητρα, ήταν μια γέφυρα, και μέχρι στα δύο πηγάδια το ένα δίπλα στο κτήμα αφων Πάλη (Κοματά), και το άλλο με τις κορύτες για το πότισμα των ζώων, (Μεγαλοπήγαδο) ήταν άλλη γεφυρα, διότι μεταξύ Δήμητρας και των δύο πηγαδιών. υπήρχε ο δρόμο αριστερά και δεξιά, ήταν το κομμάτι αυτό ποτάμι, το οποίο ποτάμι συνόρευε με το δρόμο και το κτήμα Ιωάννου Παπαμιχαήλ, (Σημερινό κτήμα Χηλαρη –Δήμητρας) διότι όταν έβρεχε πολύ και κατέβαιναν τα νερά από το καταφήκι συγκεντρωνόντουσαν στα πηγάδια και από εκεί δια μέσου του ποταμού, έβρισκαν έξοδο προς τη θάλασσα, για αυτό υπήρχαν και τα δύο γεφύρια.  


Από το μεγαλοπήγαδο, έπαιρνε νερό σχεδόν όλη η Ερμιόνη και η μεταφορά του γινόταν με τις στάμνες και με τα ζώα και πολλές φορές από τις γυναίκες, κουβαλώντας τη στάμνα στον ώμο, τα δε νερά των πηγαδιών ήταν τότε αρίστης   ποιότητος, διότι από αυτό πίναμε και δεν παθαίναμε τίποτα. Στα σπίτια είχαν οι περισσότεροι και στέρνες και μάζευαν το νερό της βροχής, άλλης ποιότητας βέβαια, αλλά πολλοί το έπιναν  στην Ερμιόνη.

Στην Ερμιόνη μέσα, πουλούσε νερό ο Θανάσης ο Λεβέντης (Κίμινος), είχε ένα μουλάρι και στο σαμάρι αριστερά και δεξιά, είχε δύο ντεπόζιτα μικρά με κάνουλα και περνούσε τις γειτονιές και το πουλούσε. Όταν αυτός σταμάτησε τη δουλειά αυτή την έκανε ο Κοσμάς ο Βρετός (Κλοκαντούρης).Όπως έχω αναφερθεί στην αρχή η ζωή και η κίνηση, ήταν στο βόρειο λιμάνι της Ερμιόνης, στη μικρή προβλήτα, αράζανε ψαρόβαρκες και μικρό- καΐκια.

 Οι βάρκες του βαποριού, γιατί τα βαπόρια δεν πλεύριζαν στη προβλήτα, αλλά σταματούσαν στο ύψος περίπου του Μύλου και από εκεί γινόταν πάντοτε η επιβίβαση και η αποβίβαση με τις βάρκες, εκεί άραζε και η μπενζίνα του Γρηγόρη του Καραγιάννη, η οποία στη διάρκεια του πολέμου και της κατοχής, έκανε τα δρομολόγια για τον Πειραιά, διότι τα βαπόρια είχαν επιταχθεί από το κράτος, για τις ανάγκες του στρατού, μεταφέροντας υλικά και εφόδια πολέμου, στο λιμάνι της Πρέβεζας.

Γιατί από εκεί γινόταν ο ανεφοδιασμός του στρατού, για το αλβανικό μέτωπο με τους Ιταλούς. Στο διάστημα της επίθεσης των Γερμανών τα περισσότερα τα βούλιαξαν τα στούκας (Γερμανικά πολεμικά αεροπλάνα). 

Στη μεγάλη προβλήτα αράζανε τα μεγάλα καΐκια, αυτά που πήγαιναν στην Μπαρμπαριά, του Απόστολου του Κατσογιώργη ο Μπαλαρμιώτης και η Αγία Μαρίνα, του Αντώνη και Γαβρίλη Γεωργίου (Σαλίακου), του Αντώνη του Νόνη (Κολινέκα), του Κοσμέτο, του Γιάννη του Οικονόμου (Νεότσιου). Παλαιότερα πηγαίνανε στη Μπιγκάζα με τα πανιά, αργότερα βάλανε μηχανές. Ερχόντουσαν και ξένα και αράζανε, προπαντός πολλά γριγρί με τις λάμπες τους με ασετιλίνη και ψάρευαν τη νύκτα στο Ερμιονικό κόλπο για αφρόψαρα και βλέπονταστα την νύκτα από μακριά σχημάτιζαν ένα ωραίο θέαμα, κατά την περίοδο που επιτρεπόταν το ψάρεμα με τις ανεμότρατες, ερχόντουσαν και αράζανε στο λιμάνι.

Τώρα εμείς σαν μικρά παιδιά που είμαστε την εποχή αυτή, εκτός από το σχολείο, το οποίο και αυτό γινόταν μετ΄ εμποδίων λόγω του πολέμου και της κατοχής, είχαμε και τα παιχνίδια μας, ορισμένα από αυτά ηταν εποχιακα, Χριστούγεννα και πρωτοχρονιά το ρόλο, περισσότερο βέβαια για μεγαλύτερους διότι παιζότανε με χρήματα, από τα Μανδράκια γινόταν ο χαμός τις ημέρες αυτές, τις αποκριές ήταν η εποχή που φτιάνανε τις φελάνδρες (Αετούς), πηγαίναμε στου Γκόγκου και αγοράζαμε χρωματιστές κόλες και με καλάμια φτιάχναμε τις μάνες (βάσεις) και τις κολάγαμε στο σκελετό με αλεύρι, όταν δε υπήρχε σπάγκος, ξηλώναμε από πλεχτά μάλλινα τσουράπια (Κάλτσες) και φτιάχναμε την καλούμα.  
Το καλοκαίρι κυρίαρχο παιχνίδι ήταν το κολύμπι και στο τέλος κάναμε απολογισμό πόσα μπάνια κάναμε, διότι οι περισσότεροι κάναμε πρωί και απόγευμα και υπολογιζόντουσαν διπλά.

Τον Σεπτέμβριο μήνα όταν όλα ήταν έτοιμα για τον τρύγο, το λιμάνι και τα Μανδράκια γέμιζαν από άδεια ξύλινα βαρέλια του κρασιού, για να τα πλύνουν να τα καθαρίσουν και να αλλάξουν όσα στεφάνια (Κανάρια) είχαν καταστραφεί, αυτά τα περνάμε και παίζαμε, μαζεύαμε το ρετσίνι από  την λάσπη (την τρεμεντίνα) και φτιάχναμε τα φούσια.                Παλαιότερα είχα αναφερθεί στην εφημερίδα <Ερμιονίς> και στο περιοδικό της Βιβής Σκούρτη, για τα φούσια και κανάρια.

Επίσης αξέχαστα θα μας μείνουν και άλλα παιδικά παιχνίδια, το τζίτζι, το ξυλίκι (Πίτσι), το κουκούδι, η αμπάριζα, το κρυφτό, το κυνηγητό, τα πεντόβολα, τους βόλους, το μπίζ, τη μακριά γαϊδούρα, τις σβούρες, τα καρύδια, τις ασετιλίνες, ανοίγαμε μια λακκούβα ρίχναμε λίγο νερό και μέσα βάζαμε ένα κομμάτι ασετιλίνη (Ακετυλένιο), το σκεπάζαμε με ένα κουτί του γάλακτος και μία τρύπα από καρφί στο πάνω μέρος και με ένα ξύλο μακρύ με φωτιά το πλησιάζαμε στην τρυπούλα από μακριά, και αυτό πεταγόταν στα ύψη.  Συνεχίζεται.