Σάββατο, 30 Μαΐου 2020

ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΜΑΚΗ ΤΟΥ ΝΑΚΟΥ Σ22

Είχαμε και στην Ερμιόνη  θύματα από τους Γερμανούς, ο πρώτος ήταν ο Αδριανός ο Βιρβιλης, παλαιότερα τον είχαν πιάσει στο Μετόχι με την κατηγορία ότι είχε διασυνδέσεις με Εγγλέζους, διότι στο Μετόχι  ερχόντουσαν τη νύκτα τα υποβρύχια και έβγαζαν έξω Σαμποτέρ, τον πήγαν στις φυλακές της Κορίνθου όπου και πέθανε, από τα βασανιστήρια.

Τον Γιάννη τον Ταρούση (Κουζούμη)τον έπιασαν στα λεμονάδικα, ήταν σύνδεσμος της οργάνωσης, τον είχαν όμηρο  και τον εκτέλεσαν την Πρωτομαγιά του1944 στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής μαζί με άλλους 200 σους.
Με τις εκκαθαρίσεις που έκαναν μετά τον Κακαβούτη, πιάσανε και τους αδελφούς Νίκο και Μόδεστο (Τάκη) Ντούρου στην Ύδρα, διότι εργαζόντουσαν στη Μητρόπολη, ο δε Νίκος ήταν φοιτητής Νομικής, τους έφεραν στη Ερμιόνη και  μετά στο Κρανίδι, για να τους κρεμάσουν. Οπότε επεμβαίνει ο δεσπότης (Προκόπιος Καραμάνος) ένας επιβλητικός άνδρας και ζητάει από τον επικεφαλής να μην κρεμάσει τους Ντουρέους, αλλιώς να κρεμάσει και αυτόν, ο Γερμανός πράγματι του υποσχέθηκε ότι δε θα τους κρεμάσει, αλλά θα τους πάρει ομήρους στη Γερμανία έτσι και έγινε.
Αλλά για κακή τους τύχη, μεταφερόμενοι από το Ναύπλιο στην Αθήνα, το τραίνο διανυκτέρευσε στην Κόρινθο και τους μετέφεραν μαζί με άλλους  στο στρατόπεδο Κορίνθου, για να φύγουν την άλλη μέρα το πρωί.
Όμως την νύκτα αυτή πιο έξω από το στρατόπεδο στα εξαμήλια, δόθηκε μια μάχη και οι Γερμανοί είχαν θύματα, τότε έρχονται στο στρατόπεδο και όσοι όμηροι ήσαν μέσα εκτελέστηκαν μαζί και οι αδελφοί Ντούρου για αντίποινα.
Το μνημείο με τα ονόματα των εκτελεσθέντων βρίσκεται όπως στρίβουμε αριστερά, πηγαίνοντας για τα Ίσθμια 200 μέτρα κάτω από την Εθνική οδό. Ο άλλος αδελφός Γιάννης Ντούρος (Καπετάνιος του εμπορικού ναυτικού) ο οποίος ζει, είχε φύγει και αυτός για την Τσακωνιά και έτσι γλύτωσε.
 Και τελευταίος ήταν ο Γιώργος ο Σκούρτης (Πανουργιάς) είχε καταταχτεί στο αντάρτικο και τον έπιασαν οι Γερμανοί στις Σπέτσες και τον Εκτέλεσαν. Συνολικά εκτελέστηκαν από τους Γερμανούς 5 (Πέντε) Ερμιονίτες.      
Μετά τις επιχειρήσεις αυτές οι Γερμανοί έφυγαν και επανήλθαν οι αντάρτες στην Ερμιονίδα, ήταν πλέον καλοκαίρι του 1944 και οι Γερμανοί είχαν πάρει την κάτω βόλτα, στον Πειραιά γινόντουσαν σφοδροί βομβαρδισμοί από τα συμμαχικά αεροπλάνα, να φανταστείτε ότι από το Αλατοβούνι και Αδέρες διακρίναμε στο βάθος τις ανταύγειες από τις εκρήξεις των βομβών.   Συνεχίζεται…

Πέμπτη, 28 Μαΐου 2020

ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΜΑΚΗ ΤΟΥ ΝΑΚΟΥ Σ21

Ό,τι σπίτι κλειστό υπήρχε, σπάσανε τις πόρτες και έγινε το σχετικό πλιάτσικο, γιατί μαζί με τους Γερμανούς ήταν και δικοί μας Γερμανοτσολιάδες, φτάσανε μέχρι την αυλώνα αλλά δεν προχώρησαν ποιο πέρα, κάθισαν μέχρι την νύκτα και αφού ελευθέρωσαν τους ομήρους που είχαν πιάσει, γιατί φοβόντουσαν τους αντάρτες μήπως και τους στήσουν ενέδρα, αναχώρησαν.

Εν τω μεταξύ κάψανε και μερικά σπίτια και πρώτο του Δημήτρη Σταματίου, το σπίτι της οικογένειας Παπαδοπούλου (Δασκαλίνας), σημερινό ξενοδοχείο Γιάννη Γεωργίου, γιατί το είχαν επιτάξει οι αντάρτες και το είχαν κάνει φρουραρχείο, το σπίτι του Απόστολου του Κατσογιώργη σημερινό τριώροφο, διότι οι Ιταλοί το είχαν Καζάρμα και από τα Μαντράκια κάψανε το σπίτι της Ερινάκης Παπαδογιανάκη γιατί από εκεί μοιράστηκαν τα δέματα με τα Χριστουγεννιάτικα δώρα που κατάσχεσαν οι αντάρτες από το επίτακτο καΐκι που προορίζονταν για τους Γερμανούς της Κρήτης.

Το σπίτι του μπάρμπα Βασίλη του Κανέλη ( Μητσαίων ) διότι εκεί καθόταν ο Τάσος  Κακαβούτης, πολιτικός καθοδηγητής της οργάνωσης , το λιοτρίβι των αδελφών Δημήτρη και Χρήστου βόντα. Στην ακρη του Περιβολιού του Γιάννη του Παπαμιχαήλ μια μεγάλη αποθήκη (Πατέρα της Αικατερίνης Παπαμιχαήλ – Ρήγα που μέσα είχε την αλωνιστική μηχανή (Σημερινό  Super Market Δήμητρας) φύγανε αργά τη νύκτα ευτυχώς χωρίς άλλο παρατράγουδο με τους αντάρτες.
Απ΄ ότι μου είπε η Μαρίκα Τουτουτζή -  Κανέλη το σπίτι το κάψανε στις 6 Απριλίου 1944 επομένως καλά εγώ είχα υπολογίσει εβδομάδα του Λαζάρου διότι Πάσχα θα κάναμε στις 16 Απριλίου 1944.                   

Τρίτη, 26 Μαΐου 2020

ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΜΑΚΗ ΤΟΥ ΝΑΚΟΥ Σ20


Στο ΕΑΜ στην οργάνωση των ανταρτών, ήσαν και πολλοί Ερμιονίτες , της οποίας οργάνωσης, αρχηγός ήταν ο Τάσος Κακαβούτης, γεωπόνος το επάγγελμα, όχι όμως από την Ερμιόνη, ήταν από τα μέρη της Μακεδονίας.

Είχε διοριστεί  από το Κράτος, στην επαρχία τη δική μας και η διαμονή του ήταν στην Ερμιόνη. Ο πόλεμος και η κατοχή τον βρήκε στα μέρη τα δικά μας και στην οργάνωση ήταν το Α και το Ω, με λίγα λόγια έλυνε και έδενε.

Ένα πρωί, κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου των ανταρτών, βλέπουμε αραγμένο στο Μανδράκι του Τροκαντερό, ένα υδροπλάνο, κόσμος παιδιά χαζεύαμε το γεγονός και από ότι μάθαμε την νύκτα, κάπου στο μπουγάζι, πετάγανε κόκκινες φωτοβολίδες, χωρίς να ξέρουμε τι συνέβαινε, στο σημείο αυτό πήγε το καΐκι του Νίκου του Μαρόγιαννη (Τσουλή) και αλλα μικρό- καΐκια το ρυμούλκησαν και σιγά σιγά το έφεραν έξω στα μανδράκι διότι είχε μείνει από καύσιμα, το τι γινόταν μέσα στο υδροπλάνο δεν ήξερε κανείς τίποτα, θα το μαθαίναμε όμως σε λίγο διότι κάποια στιγμή κατά την 11η ώρα, προσθαλασσώνεται στα Μανδράκια ένα άλλο υδροπλάνο, όχι όμως σαν αυτό που ήταν αραγμένο στον Τροκαντερό, αυτό ήταν αεράκατος, δηλαδή δεν είχε βάρκες στα φτερά του, αλλά όλη η άτρακτος έπλεε πάνω στο νερό. Σιγά σιγά ζύγωσε κοντά του, αλλά δεν μπορούσε να πιάσει  δίπλα και έτσι ήλθε και άραξε στο Μανδράκι, που ήταν στο σπίτι της Ανθούλας Δουρούκου Λαζαρίδου.


Πέταξε ένα μεγάλο παλαμάρι από χονδρό σχοινί, αλλά δεν είχαν που να το δέσουν, οπότε ο πατέρας της Ανθούλας ανοίγει την αυλόπορτα όπως είναι σήμερα, γιατί μέσα στην αυλή υπήρχε ένας μεγάλος φοίνικας, όπου δένουν την άκρη γύρω από τον φοίνικα και αρχίζουν να βγάζουν από αυτό πού ήταν αραγμένο στο Τροκαντερό, φορεία με τραυματίες και να τους μεταφέρουν στην αεράκατο, αφού τελείωσαν  πέταξαν και μια μεγάλη μάνικα και έδωσαν καύσιμα στο υδροπλάνο, το οποίο έφυγε πρώτο και  μετά ετοιμάστηκε να φύγει το άλλο, αφού έβαλε εμπρός τις μηχανές και είχε αρχίσει να απομακρύνεται, ήταν όμως ακόμα δεμένο στο φοίνικα, το σχοινί είχε τεντωθεί και αυτοί φώναζαν να το λύσουν, οπότε εκεί ήταν ο Μήτσος ο Μήτσου και φώναζε του πατέρα της ανθούλας,  να του δώσει ένα μαχαίρι να κόψει το σχοινί, πράγματι ο μπάρμπα Νίκος του έφερε το μαχαίρι, αλλά ο Μήτσος δεν πήγε να το κόψει από τον φοίνικα, αλλά έτρεξε στην άκρη του Μαντρακιού και από εκεί το έκοψε και η αεράκατος έφυγε.  

Ο Μήτσου πήρε το σχοινί από την άκρη του μανδρακιού, έως τον Φοίνικα που ήταν δεμένο, ήταν μια έξυπνη κίνηση, διότι καρπώθηκε όλο το σχοινί για τον εαυτό του. Εκ των υστέρων μάθαμε ότι οι Γερμανοί στην Τσακωνιά  είχαν δώσει μάχη, με τους αντάρτες της περιοχής και είχαν τραυματίες τους οποίους μετέφεραν με το υδροπλάνο στον Πειραιά, ήταν και αυτό το γεγονός αξέχαστο και Γιαυτο σας το περιέγραψα.

 Όπως έχω αναφερθεί η Ερμιονίδα ήταν όλη ανταρτοκρατούμενοι, πολλές φορές ερχόταν και τακτικός στρατός ανταρτών στην Ερμιόνη, διανυκτέρευαν στο Δημοτικό Σχολείο και στο Σχολείο του Συγγρού. Η οργάνωση έκανε διάφορες  συγκεντρώσεις, με ομιλίες για το κόμμα και την οργάνωση, στα μικρά παιδιά γινόταν διαφώτισης για τα δρώμενα (Αετόπουλα),  στο Καρακάσι  υπήρχε φρουρά ανταρτών και Λαϊκό Δικαστήριο, για αυτούς που ήσαν αντίθετοι με τις ιδέες τους και ήταν Γερμανόφιλοι.

Μαθαίναμε και ακούγαμε ότι γινόντουσαν έκτροπα με θύματα, ευτυχώς εμείς στην Ερμιόνη δεν είχαμε τέτοιες περιπτώσεις. Μια φορά θυμάμαι, είχαν πιάσει μια οικογένεια από την Ερμιόνη και τους μετέφεραν στο Καρακάσι  και τους κρατούσαν, να τους περάσουν Δικαστήριο και μετά δεν ξέραμε τι θα τους έκαναν, όμως ξεσηκώθηκε όλη η Ερμιόνη και ανέβηκε στο Καρακάσι με τα πόδια, δεν έμεινε κανένας στην Ερμιόνη και απαίτησαν από τους αντάρτες να τους αφήσουν ελεύθερους και αναγκάστηκαν και το έκαναν.

Τέτοιοι ήταν οι Ερμιονίτες σε τέτοιες δύσκολες στιγμές, γιαυτο δεν είχαμε θύματα από την πλευρά αυτή και όπως έχω αναφερθεί, εμείς μικρά παιδιά, δεν είχαμε κρίση και γνώμη, απλώς ακούγαμε τα λεγόμενα τους, άλλοι μεγαλύτεροι από εμάς ήξεραν να κρίνουν, ποίος είχε δίκαιο και ποίος άδικο. Οι Γερμανοί τα ήξεραν όλα το τι γινόταν στην Ερμιονίδα, διότι είχαν τους δικούς τους ανθρώπους, που τους έδινα τις πληροφορίες, το τι είχε συμβεί τις ημέρες των εορτών 1943-44, με τα δέματα και τα τρόφιμα και ένα πρωί ταυ Απρίλη του 1944 θυμάμαι πολύ καλά, ήταν εβδομάδα του Λαζάρου δεν θυμάμαι ποια, πάντως Πάσχα θα κάναμε 16 Απρίλη πρωί –πρωί, από σπίτι σε σπίτι από στόμα σε στόμα, συζητείτο ότι έρχονται οι Γερμανοί.

 Πράγματι, από μακριά από τα τσελεβίνια, ακουγόταν ο βόμβος των μηχανών των πολεμικών πλοίων, που ερχόντουσαν στην Ερμιόνη, ο κόσμος τρομοκρατήθηκε, ότι ενοχοποιητικό στοιχείο υπήρχε από τα δέματα κάηκε στη γωνιά, τα σπίτια κλειδώθηκαν τα περισσότερα και ο κόσμος οπού φύγει φύγει, ζώσανε την Ερμιόνη, από το λιμάνι και από τα ευκάλυπτα πέφτανε πυροβολισμοί, πέφτανε και φωτοβολίδες, ρίχνανε για σήματα δικά τους, οι αντάρτες είχαν φύγει και είχαν κρυφτεί στο ασπροβούνι, πιάσανε ομήρους και τους είχανε στο καφενείο των αδελφών Βογανάτση και το ζαχαροπλαστείο του Παντελή του Αναμερλόγλου. Συνεχιζεται…

 

 

 

 

 

 

Δευτέρα, 25 Μαΐου 2020

ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΜΑΚΗ ΤΟΥ ΝΑΚΟΥ Σ19

Μια μέρα επί Ιταλών, η Άννα η Αρβανιτάκη, αδελφή του Κώστα που είχε το ταξί, καλή της ώρα αν ζει ακόμα στην Αμερική, όπου είχε φύγει από μικρή, είχε κλέψει ένα αντίσκηνο από την Καζάρμα και το είχε κρύψει στο κουλούρι, οι Ιταλοί έψαχναν να το βρουν σε όλα τα σπίτια της Ερμιόνης, αλλά η Άννα και το αντίσκηνο είχε εξαφανιστεί. Όταν πήγα μια χρονιά στην Αμερική να επισκεφτώ την αδελφή μου, που και αυτή είχε φύγει από μικρή, την πήρε στο τηλέφωνο, γιατί έμενε σε άλλη πόλη της Καλιφόρνιας και λέω στην αδελφή μου μόλις τελειώσεις την ομιλία, δώσε μου την χωρίς να της πεις ότι είμαι εδώ, ούτε το όνομα μου.  

Πράγματι μόλις τελείωσε μου την έδωσε και εγώ άρχισα να της σιγοτραγουδώ ένα σατυρικό τραγούδι, που είχε κυκλοφορήσει εκείνο τον καιρό για κάποια πρόσωπα της Ερμιόνης και της θύμισα το αντίσκηνο που είχε κλέψει από τους Ιταλούς, αυτή τρελάθηκε και μου έλεγε συνεχώς, βρέ ποίος είσαι που μου θύμησες αυτά τα γεγονότα, που έχουν γίνει πριν 52 χρόνια στην Ερμιόνη, όταν της είπα ποίος είμαι, γιατί ήμαστε φίλοι με τον μικρό της αδελφό τον Ανάργυρο (Νάργο), που είναι και αυτός στην Αμερική, Βρέ διάβολε που τα θυμήθηκες όλα αυτά και μετά με ρωτούσε για ορισμένα πρόσωπα που θυμόταν από την Ερμιόνη και άλλα γεγονότα πρόσφατα από το Καστρί.



Εκείνοι που υπέφεραν πολύ από τη πείνα στην περιοχή μας, ήσαν οι Υδραίοι και οι Σπετσιώτες, φορτώνανε τα καΐκια από τα υπάρχοντα τους μέχρι και κουφώματα από τα σπίτια τους ξηλώνανε και τα έφερναν στην Ερμιόνη και τα πουλούσαν για μια οκά λάδι ή μισή οκά ρύζι, από την Ολλανδία. Το καλοκαίρι του 1943 έγινε και το γεγονός της αυτοκτονίας του Βρούνο Φαρίνα, ενός Ιταλού στρατιώτη που υπηρετούσε τότε στα στρατεύματα κατοχής στην Ερμιόνη.                                             

Οι Ιταλοί καθίσανε στην Ερμιόνη από τον Οκτώβριο του 1941 μέχρι 8-10 Σεπτεμβρίου του 1943, τότε έγινε η συνθηκολόγηση των Ιταλών με τους Συμμάχους, οπότε ξυπνάμε ένα πρωί τις μέρες αυτές και η Καζάρμα είχε λεηλατηθεί, δεν υπήρχε τίποτα μέσα και οι Ιταλοί είχαν γίνει Λούηδες, διότι φοβόντουσαν τους Γερμανούς, αν τους έβρισκαν θα τους σκότωναν, μερικοί έμειναν στην περιοχή τη δική μας και με τη Βοήθεια μας τους δώσαμε και πολιτικά ρούχα, τους κρύψαμε και όταν τελείωσε ο πόλεμος φύγανε για την Πατρίδα τους, οπότε και η Ερμιονίδα έγινε πλέον ανταρτοκρατούμενη, διότι οι Γερμανοί δεν είχαν στρατιώτες να στείλουν για φρουρά, γιατί είχαν ανοίξει πολλά μέτωπα και οι αντάρτες λύνανε και δένανε, είχαν επιτάξει το ισόγειο σπίτι της οικογένειας Παπαδοπούλου, το σημερινό εστιατόριο του σπυρανδρέα και το είχαν φρουραρχείο.



Το Ε.Λ.Α.Ν το ναυτικό τμήμα του ΕΑΜ, είχε επιτάξει ένα Κοιλαδιώτικο γρήγορο καΐκι πρώην ανεμότρατα, χωρίς κατάρτι και ένα μυδραλιοβόλο στην πλώρη, με ορισμένα τσουβάλια άμμο, που προστάτευαν τον πυροβολητή, το οποίο το είχαν ονομάσει πειρατικό και έκανε δολιοφθορές στα επίτακτα καΐκια των Γερμανών, που περνούσαν ανοικτά από την Ζούρβα (Ύδρα) με προορισμό την Κρήτη. Συνεχίζεται

ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΜΑΚΗ ΤΟΥ ΝΑΚΟΥ Σ18

Στο σημείο αυτό, άνετα θα μπορούσε να προσγειωθεί και να απογειωθεί ένα αεροπλάνο, ωστόσο η κατοχή καλά κρατούσε από τους Γερμανούς και Ιταλούς όμως άρχισαν οι ελλείψεις σε καταναλωτικά αγαθά, διότι πολλά αγαθά επιτάσσοντο από τα στρατεύματα κατοχής, διότι τα ήθελαν για το εαυτό τους.         
Το χρήμα είχε χάσει την αξία του, ο πληθωρισμός είχε φτάσει στα ύψη, μαθαίναμε ότι το εισιτήριο του ηλεκτρικού τραίνου, από Πειραιά στην Ομόνοια, είχε ένα εκατομμύριο δρχ. Οι συναλλαγές γινόντουσαν είδος με είδος, ή με χρυσή λίρα, στην Ερμιόνη είχαν έρθει πολύ Ερμιονίτες που έμεναν στον Πειραιά και την Αθήνα, (επιστροφή στα Πάτρια εδάφη) διότι η πείνα και η δυστυχία, ήταν στις μεγάλες πόλεις.

Η συγκοινωνία γινόταν μετά καΐκια η με την Βενζίνα του Καραγιάννη, για επιβάτες και εμπορεύματα,  ελαιόξυλα, κάρβουνα, ζαρζαβατικά, ντομάτες, πεπόνια, ότι εποχιακό  φρούτο υπήρχε, πορτοκάλια, μανταρίνια φορτωνόντουσαν από το λιμάνι της Ερμιόνης και από το Θερμίση και τα ποτόκια σε μεγάλα καφάσια και τελάρα με Ψαριά στον πάγο, όλα για τον Πειραιά, η μαύρη αγορά έπαιρνε και έδινε, εμείς στο Καστρί, εκτός από βασικά είδη, ζάχαρη καφέ που λείπανε, είχαμε το λάδι, το κυριότερο από όλα και αυτό πολλές φορές πουλιόταν μαύρη αγορά, διότι θα ήταν η χρονιά χωρίς ελαιώνα και ότι χωράφι χέρσο υπήρχε, το σπέρναμε με στάρι, κριθάρι.

Στα περιβόλια και στα βοστάνια, καλλιεργούσαν καλαμπόκι και η μπομπότα πίτα από καλαμποκάλευρο και το πλιγούρι ή μπουλουχούρι (σπαστό σιτάρι) έδιναν και έπαιρναν ως βασικές τροφές, το καλαμποκάλευρο το έφτιαχναν ψωμί, αλλά σκέτο γινόταν πάρα πολύ σκληρό και έπρεπε να το ανακατέψουν με σιτάρι, για να τρώγεται και αυτά πολλές φορές  λόγω της μεγάλης ζήτησης δεν επαρκούσαν. Θυμάμαι μια φορά, δε μας έφτανε το αλεύρι να τηγανίσουμε τις μαρίδες, τις τηγάνισε η μητέρα μου από τη μια μεριά και όταν τις τρώγαμε, της εκάθησε ένα αγκάθι στο λαιμό και δεν μπορούσε να καταπιεί, ψωμί δεν υπήρχε και μου λέει, δεν πετάγεσαι δίπλα στην κυρά ζωή, (μητέρα του Γιώργου Νοταρά)να της ζήτησης ένα κομμάτι ψωμί κόρα, για να το φάω μήπως και φύγει το αγκάθι από το λαιμό μου.


Υπήρχαν άφθονα θαλασσινά, ψάρια χταπόδια κλπ. Διότι ένα διάστημα είχε απαγορευτεί το ψάρεμα, διότι κάθε πρωί ερχόταν ένα αεροπλάνο παλαιού τύπου με διπλά φτερά (δίπλανο ) και το είχαμε βάπτιση Καρκαλέτση και όπου έβλεπε βάρκα, έριχνε προειδοποιητικούς πολυβολισμούς, θυμίζοντας ότι υπάρχει απαγορευτικό .  Συνεχίζεται …


 


        


 


 


 

Κυριακή, 24 Μαΐου 2020

ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΜΑΚΗ ΤΟΥ ΝΑΚΟΥ Σ17


Το Καποδιστριακό χρησιμοποιείτο και ως Δικαστήριο και για αυτό η έδρα ήταν υπερυψωμένη, οι άλλες τάξεις κάνανε μάθημα στην εκκλησία της Παναγίτσας του λιμανιού και στο σχολείο του Συγγρού.
Εκείνη την εποχή  οι δάσκαλοι μας ήσαν, οι αείμνηστοι: Διευθυντής Μιχάλης Παπαβασιλείου, δασκάλες οι Κατίνα Παπαβασιλείου, Κατίνα Βρεττού, Κική Οικονόμου, και το ζεύγος Βαρελά, οι οποίοι αν και ήταν η εποχή (Το ξύλο βγήκε από τον Παράδεισο) εμείς τους θυμόμαστε με αγάπη και απέραντο σεβασμό, ως πρώτοι διδάξαντες σε δύσκολες εποχές.

Όταν οι Ιταλοί εγκαταστάθηκαν  στο Δημοτικό σχολείο (Δημαρχείο), η πρώτη τους δουλειά ήταν να το περιφράξουν γύρω, γύρω με συρματόπλεγμα, εκεί που τώρα γίνονται οι εκδηλώσεις επάνω σε μια βάσει τοποθέτησαν ένα μυδραλιοβόλο ( Μεγάλο πολυβόλο) και το κυριότερο έκτισαν και μία τουαλέτα, διότι έως τότε χρησιμοποιούσαμε τις γκουλούμες στο Κουλούρι και τη συκιά στη μπανιέρα, η πολλές φορές στα κοντινά σπίτια     Μέσα στο σχολείο, στην αίθουσα που ήταν χωρισμένη στα δύο με μια ξύλινη κατασκευή, στη μέση άνοιγε και γινόταν μια μεγάλη αίθουσα, για τα θέατρα που παίζαμε και για διάφορες εκδηλώσεις .

Στο δυτικό σημείο οι Ιταλοί κτίσανε μια μακρόστενη κουζίνα μέσα στην οποία υπήρχε και φούρνος που τον χρησιμοποιούσαν και για τα φαγητά τους και για το ψωμί που έφτιαχναν κάθε μέρα. Την θυμάμαι πολύ καλά διότι μια μέρα παίζαμε με το Γιώργο το Νοταρά στα κάγκελα του Καραγιάννη (Πατεράκη)και μας φώναξε ένας Ιταλός, μας έβαλε μέσα στο μεγάλο διάδρομο, είχε έτοιμο ένα τενεκέ με πετρέλαιο με μια φασίνα μέσα και καθαρίσαμε όλο το διάδρομο και όταν τελειώσαμε μας πήγε μέσα στη κουζίνα μόλις είχε βγει το ψωμί, μας έδωσε από μια κουραμάνα (φραντζόλα) για αυτό θυμάμαι την κουζίνα τους επειδή όμως τα χέρια μας ήταν από πετρέλαιο, πιάσαμε την κουραμάνα με τους αγκώνες για να μη μυρίσει πετρέλαιο και πήγα τρέχοντας απέναντι στο σπίτι μου και έφαγα με βουλιμία το άσπρο ψωμί, διότι το βλέπαμε τότε με τα κιάλια, 

Η κεντρική είσοδος της καζάρμες ήταν στη Βόρεια δυτική πλευρά εκεί που είναι τώρα κάτι δένδρα στη γωνία στο δρόμο που πάμε να βγούμε στο Κάβο. Στην είσοδο μέρα νύκτα υπήρχε φρουρά (σκοπός) εκεί κάθε πρωί ένα διάστημα μαζεύονταν νέοι άνδρες, αφού από την προηγουμένη μέρα τους είχαν ειδοποιήσει, με ξινιάρια τσάπες και φτυαριά και συνοδεία τους πήγαιναν στα ευκάλυπτα, την περιοχή τότε τη λέγαμε Ιριώτικα, είχαν έρθει οικογένειες από τα Ιρια, Πολίτης, Καλιάνος και άλλοι, είχαν νοικιάσει την περιοχή αυτή από το Μοναστήρι και καλλιεργούσαν τα καλοκαίρια ντομάτες πεπόνια και έδιναν στο Μοναστήρι το γεμουρο (αποδοτικό τέλος).

Θα υπολογίσουμε μια περιοχή αριστερά του δρόμου όπως ανεβαίναμε για το Μοναστήρι, μέχρι σχεδόν τα βουλγαρείκα, η περιοχή ήταν χέρσα και όπου υπήρχε επίπεδο σημείο οι Ιταλοί έβαζαν τους άνδρες που έφερναν από την Ερμιόνη και άνοιγαν χαρακώματα, κάτι μεγάλους λάκκους 5 έως 6 μέτρα μήκος με 50-60 πόντους πλάτος και 40 πόντους βάθος, γιατί φοβοντουσαν τους συμμάχους μηπως το χρησιμοποιήσουν για αεροδρόμιο.

Συνεχίζεται...

 

 

 

 

        

Σάββατο, 23 Μαΐου 2020

ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΜΑΚΗ ΤΟΥ ΝΑΚΟΥ Σ16

Ο Γερμανοί στην Ερμιόνη περισσότερο συμπεριφερόντουσαν σαν τουρίστες και ενδιαφέρονταν πολύ για τους αχινούς της θάλασσας. Μία μέρα του καλοκαιριού στο Αλατοβούνη έπιασε φωτιά και προσπαθούσαν να μαζέψουν άνδρες, για να πάνε να την σβήσουν, αλλά με τι μέσα να πήγαιναν εκεί, και ένα μέρος του κάηκε. Στο διάστημα που εκάθησαν από Μάη του 41 έως Οκτώβρη του 41 δεν δημιούργησαν κανένα πρόβλημα, έφυγαν και ήρθαν καμιά 15 Ιταλοί, η στρατιωτική τους στολή ήταν πράσινη και φορούσαν ένα καπέλο, που στο αριστερό του μέρος είχε ένα κοκορόφτερο.
 Επιτάξανε το σπίτι του μπάρμπα Αποστόλη του Κατσογιώργη, όχι το διώροφο το πατρικό, αλλά το σημερινό τριώροφο, και το ονόμασαν Καζάρμα, σπίτι του στρατού, οι περισσότεροι ήσαν καλοί άνθρωποι, τους άρεσαν τα τραγούδια με τις κιθάρες, πιάσανε φιλίες με τους  Ερμιονίτες, ερχόντουσαν τακτικά τις Κυριακές στις εκκλησίες, τους άρεσε το κρασί, πήγαιναν πολλές φορές στις ταβέρνες, υπήρχαν όμως και τα φασιστόμουτρα που δημιουργούσαν προβλήματα με τους  ντόπιους, αλλά τι να κάναμε ήταν στρατός κατοχής και έπρεπε μερικά πράγματα να τα υποστούμε .
Θυμάμαι το Πάσχα του 42 δεν μας άφησαν να κάνουμε Ανάσταση έξω και υποχρεωτικά η Ανάσταση έγινε μέσα, φαίνεται είχαν μάθει ότι στην Ορθόδοξη Ανάσταση, γίνεται χαμός από τα βαρελότα και τα τρίγωνα, για αυτό και το απαγόρευσαν, αλλά το τι έγινε εκείνο το Πάσχα μέσα στην εκκλησία δεν περιγράφεται, είχαν κυκλοφορήσει τότε κάτι κροτίδες, σαν τις καραμέλες τσάρλεστον, είχαν μέσα πυρίτιδα και στο χαρτί ένα είδος  βούλας, σαν καψούλι, με το πέταγμα κάτω με δύναμη με το χέρι, γινόταν έκρηξη, ντουμάνιαζε από τους καπνούς η εκκλησία και  καήκανε πολλές κάλτσες και φορέματα γυναικών, οπότε την άλλη χρονιά το Πάσχα μας άφησαν οι Ιταλοί και κάναμε Ανάσταση έξω στην εξέδρα.
Γινόντουσαν και ορισμένα γεγονότα εις βάρος Ερμιονιτών τα οποία εμείς που ήμαστε μικροί τότε δεν μπορούσαμε να έχουμε γνώμη και κρίση για τα δρώμενα και λεγόμενα εις βάρος των ντόπιων. 
Φαίνεται ότι το σπίτι αυτό του μπάρμπα Αποστόλη δεν τους βόλευε και μετά από κάμποσους μήνες φεύγουν και μετακινούνται στο δημοτικό σχολείο (Δημαρχείο) αφήνουν ελεύθερη τη Βορινή αίθουσα, στην οποία έκανε μάθημα η Τετάρτη δημοτικού, με δασκάλα την κυρία Κατίνα Παπαβασιλείου, οι υπόλοιπες τάξεις μοιραστήκανε και κάναμε μάθημα στο Καποδιστριακό, στην αίθουσα που μας έκανε μάθημα η κυρία Κατίνα Βρεττού. Συνεχίζεται…


 


 


  

Κυριακή, 17 Μαΐου 2020

ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΜΑΚΗ ΤΟΥ ΝΑΚΟΥ Σ15


Στην Αθήνα, παίζονται επιθεωρήσεις στα θέατρα και Σατιρίζουν τον Μουσολίνι και τους Ιταλούς, και τους αρχηγούς του, προ παντός τον γαμπρό του τον Τσιάνο, ο οποίος είχε πανδρευτεί την κόρη του ΄Εντα και ήταν υπουργός εξωτερικών και ο Μουσολίνι του Τραγουδάει :
Αχ Τσιάνο θα τρελαθώ Τσιάνο, με τους τσολιάδες ποίος μου είπε να τα βάλω και η χώρα η πονεμένη, τον Ντούτσε περιμένει, μα που να τον βρει.
Η κόρη του Μουσολίνι η Εντα, είχε θαλαμηγό την Λαούρανα (Δαφνούλα) την μετέπειτα Νεράιδα του Λάτση που έκανε την συγκοινωνία από Πειραιά μέχρι Σπέτσες, από το ραδιόφωνο ακούγαμε τραγούδια σατιρικά και πατριωτικά και τα τραγουδούσαμε και παντού κυριαρχούσε το ΑΕΡΑ, που οι στρατιώτες μας μόλις βλέπανε Ιταλούς, φωνάζανε Αέρα και οι Ιταλοί γινόντουσαν άφαντοι. 

Εποχή άφησε το τραγούδι της Σοφίας Βέμπο :

<Παιδιά της Ελλάδος, μες τους δρόμους τριγυρνάνε οι μανάδες  και ζητάνε ν΄ αντικρύσουνε, τα παιδιά τους που ορκίστηκαν στο σταθμό σαν χωρίστηκαν να γυρίσουνε, μα για κείνους που έχουν φύγει και η δόξα τους τυλίγει ας χαιρόμαστε και καμιά ποτέ μην κλάψει, κάθε πόνο της ας θάψει και ας ευχόμαστε, παιδιά της Ελλάδος παιδιά, που σκληρά πολεμάτε, πάνω στα βουνά, παιδιά στη γλυκιά Παναγιά προσευχόμαστε όλες, νάρθετε ξανά.>
Και το σατυρικό τραγούδι, κορόιδο Μουσολίνι :                                                 
<Με το χαμόγελο στα χείλη, πάν οι φαντάροι μας μπροστά. Και έγιναν         οι Ιταλοί ρεζίλη, γιατί η καρδιά τους δε βαστά. Θα πάρουμε τα μαντολίνα και της Κιθάρες στη γραμμή, θα μπούμε μέσα στη Αθήνα, κατά τετράδες στη γραμμή, κορόιδο Μουσολίνι, κανείς δε θα σου μείνει, εσύ και Ιταλία η πατρίς σου η γελοία, τρέμετε όλοι το χακί, δεν έχεις διόλου μπέσα και όταν θα μπούμε μέσα, ακόμα και στη Ρώμη, γαλανόλευκη θα υψώσουμε σημαία Ελληνική.
 Και ένα άλλο έλεγε:
Εις στο Τάραντα ένα βράδυ, Αγγλικά κάναν ρημάδι και ο Παπανικολής  τους σαρώνει με μια βολή και μια μπόμπα του Κατσώνη, ένα πλοίο τους σαρώνει, στη Λιβύη άλλο πάλι, Αγγλικά κάναν ρημάδι και οι φασίστες πούσαν κει, έτρεξαν κι ήπιαν ρακί και φώναζαν τρομαγμένοι πάμε οι φτωχή χαμένοι.
Στον κόλπο του Τάραντα ήταν ο ναύσταθμος των Ιταλών.  

Παρασκευή, 15 Μαΐου 2020

ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΜΑΚΗ ΤΟΥ ΝΑΚΟΥ Σ14

ΜΕΡΟΣ  Β΄
ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ ΣΤΗΝ ΕΜΙΟΝΗ.

Το 1940, αφού είχε προηγηθεί ο τορπιλισμός του πολεμικού πλοίου <ΕΛΛΗ>, την ημέρα της Παναγίας στην Τήνο, από Ιταλικό υποβρύχιο όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων, το οποίο είχε φύγει από τη Λέρο, διότι τότε τα Δωδεκάνησα ήταν υπό Ιταλική κυριαρχία από το 1926. Όταν μετά τον πόλεμο ο Γιάννης ο Μπαρδάκος (Γερμανός), παγαίνανε στα νησιά για ψάρεμα, ερχόταν στην Ερμιόνη και τραγουδούσε ένα τραγούδι, που είχε ακούσει στα νησιά και είχε σχέση με το τορπιλισμό της Έλλης και έλεγε:
<Μπαμπέσικα, μπαμπέσικα την ρίξαν (την τορπίλη), οι άνανδροι φρατέλοι, βούλιαξαν το καράβι μας το δοξασμένο Έλλη >.
Η 28η Οκτωβρίου μας βρήκε στη πρώτη τάξη Δημοτικού, με δασκάλα την κυρά Σοφία τη Βαρελά, ήταν μια μουντή Δευτέρα, τη ημέρα αυτή,αφού συγκεντρωθήκαμε στο προαύλιο του σχολείου για την προσευχή, μας είπαν πώς έχουμε πόλεμο και δεν θα κάνουμε μάθημα. Γύρισα στο σπίτι και η μητέρα μου με έστειλε στο βιβλιοπωλείο του κυρ Γιώργου του Μαρμάρινου, (το Μικράκι) όπως έχω περιγράψει πρωτύτερα και αγόρασα μπλε κόλες, για να βάλουμε στις πόρτες και τα παράθυρα για συσκότιση, να μην βλέπουν φώτα τα αεροπλάνα.

Επιστρατευτήκαν πολλά παλληκάρια από την Ερμιόνη και έφυγαν για το μέτωπο της Αλβανίας, διότι εκεί γινόντουσαν οι μάχες εναντίον των Ιταλών, οι οποίοι είχαν καταλάβει την Αλβανία με σκοπό να επιτεθούν εναντίον της Ελλάδος.
Στους Μύλους της Ερμιόνης είχαν εγκατασταθεί η αεράμυνα, με ένα φυλάκιο και με μια καμπάνα, η οποία κτυπούσε εν είδη συναγερμού, όταν έβλεπαν ύποπτα αεροπλάνα, μάλιστα εκεί υπηρετούσε και ο Μιχαλάκης ο Δάσκαλος.
Από τις εφημερίδες και τα ραδιόφωνα διαβάζαμε και ακούγαμε τα νέα από τον πόλεμο, τις μάχες και τις νίκες του στρατού μας και όταν κατάλαβαν οι δικοί μας την Κορυτσά στη Βόρεια Ήπειρο, έγινε ο χαμός σε όλη την Ελλάδα. Αρχισε όμως και ο χειμώνας στα βουνά της Αλβανίας, με φοβερό κρύο και χιόνια, οι στρατιώτες μας ήθελαν ζεστά ρούχα και άρχισε η αποστολή, της φανέλας του στρατιώτη, όλες οι Ελληνίδες έπλεκαν φανέλες και κάλτσες και ότι άλλο μάλλινο πλεκτό χρειάζονταν, για να προφυλαχτούν από το κρύο και τα φοβερά κρυοπαγήματα.
Στο ταχυδρομείο της Ερμιόνης, γινόταν ο χαμός από τα δέματα που έστελναν στους δικούς μας στρατιώτες. Και επειδή το σπίτι μου ήταν κοντά στο ταχυδρομείο και ο αδελφός μου μαζί με τον Μίμη τον Στανατιώτη, είχαν αντικαταστήσει στο ταχυδρομείο τους Στάθη Λίτσα και Τάσο Οικονόμου (Αδελφό του Γιάννη Τροκαντερό), γιατί είχαν πάει στο μέτωπο, μοιράζανε την αλληλογραφία στα σπίτια. Ο προϊστάμενος του ταχυδρομείου Γιώργος Κοκότης από τα Καλάβρυτα,  είχε αναθέσει στη μητέρα μου και στην αδελφή μου, πριν πάνε τα δέματα στο ταχυδρομείο  να περάσουν από το σπίτι μας, να δεθούν και να σφραγιστούν με βουλοκέρι.
Έτσι η μητέρα μου με ένα καμινέτο, έλιωνε το βουλοκέρι, το έβαζε σε ορισμένα σημεία του δέματος και το σφραγίζανε με μια  σφραγίδα, που είχε επάνω τρία γράμματα Τ.Τ.Τ. δηλαδή Ταχυδρομείο, Τηλεγραφείο, Τηλεφωνείο, για αυτό και οι υπάλληλοι τότε ονομαζόντουσαν Τριατατικοί. Έτσι περνούσαν οι μέρες του πολέμου, με τους Έλληνες να έχουν πάρει φαλάγγι τους Ιταλούς και η μια μετά την άλλη, όλες οι Πόλεις της Βορείου Ηπείρου να έχουν καταλειφθεί από τους Έλληνες, Άγιοι Σαράντα, Χιμάρα, Πρεμετή, Πόγραδετς, Τεπελένι, Κλεισούρα, Αργυρόκαστρο, με φοβερές μάχες προπαντός στο ποταμό Καλαμά (Αώος) και στα χιονισμένα βουνά, με πολλές απώλειες από τις δύο μεριές, προπαντός από τα κρυοπαγήματα, με αποτέλεσμα να τους κόβουν τα πόδια. Συνεχίζεται...

 

Τετάρτη, 13 Μαΐου 2020

ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΜΑΚΗ ΤΟΥ ΝΑΚΟΥ Σ13


Ένα διάστημα μας είχε πιάσει μανία με τις λίλες, ήταν κομμάτια από σπασμένα πιάτα, ανθοδοχεία, κλπ που είχαν διάφορες ζωγραφιές , από τα εργοστάσια που τα κατασκεύαζε,  επισημαίνω δε ότι ήταν περισσότερο κοριτσίστικο παιχνίδι, τις μαζεύαμε και τις δίναμε στα κορίτσια.
 Επίσης θα πρέπει να αναφερθώ στον κλύδωνα, παραμονή της γέννησης του Ιωάννου του προδρόμου 24 Ιουνίου, πηγαίναμε στο Μπίστι και μαζεύαμε καραμπούσια και ανάβαμε φωτιές, γιατί ήταν το έθιμο να περνάμε από πάνω, επειδή από την ημέρα αυτή άρχιζαν τα μπάνια στη θάλασσα.
 Ένα διάστημα το έθιμο αυτό μεταφέρθηκε στο βόρειο λιμάνι, και αφού πηδούσαμε τις φωτιές, πέφταμε κατ΄ ευθεία στη θάλασσα.  Υπήρχε δε προκατάληψης ότι ο,τι αρρώστια είχαμε, θα έφευγε, προπαντός η ψώρα, εξού και το Αρβανίτικο (Σιν Γιάννη ψώρεσε) και μόλις σβήνανε η φωτιές, οι κοπέλες με ένα κανάτι νερό (Το λεγόμενο αμίλητο), γυρνούσαν στις γειτονιές δεν μιλούσαν καθόλου και μέσα στο νερό ρίχναμε ένα προσωπικό αντικείμενο το ριζικάρι, οι ποιο πολλές ρίχνανε ένα κλειδί για να ξεκλειδώσει την τύχη τους, με την ελπίδα ότι κάτι καλό θα συνέβαινε στη ζωή τους.
 Εμείς που είμαστε κοντά στη θάλασσα, όλη την ημέρα και μέσα σ΄ αυτήν παίζοντας με βαρκούλες, καΐκακια και πολλές φορές μας έπιανε η μανία με τις πίλιζες, και παραβγαίναμε τίνος η πίλιζα θα κάνει τα περισσότερα πηδήματα επάνω στην επιφάνεια της θάλασσας, πετώντας με κόλπο μια πέτρα πλακέ, ή ένα κομμάτι από κεραμικό (κεραμιδί) ως επί το πλείστον, διότι αυτό ήταν ποιο λείο και ελαφρύ και έκανε περισσότερα πηδήματα.
Πολλές φορές, παίρναμε τις σκάφες που πλένανε οι μητέρες μας τα ρούχα και τις κάναμε βαρκούλες, η ξυπολησιά έδινε και έπαιρνε, από Ιούνιο έως Σεπτέμβριο δε φοράγαμε παπούτσια, γιατί όλη την ημέρα είμαστε μέσα στη θάλασσα. Το αποκορύφωμα ήταν το αρμίδι, διαλέγαμε το ποίο ίσιο και μακρύ καλάμι, το αρματώναμε με πετονιά, παράμαλλα και αγκίστρια , και από βραδύς πιάναμε καρτσινές (όστρακα) για δόλωμα και πρωί- πρωί στο Μπίτι το φέρναμε βόλτα ψαρεύοντας πέρκες, γύλους, σπάρους, φερλεκούκια, κοκωβιούς, χιβες και ότι άλλο τσίμπαγε στο αγκίστρι, απαραίτητο στη κορυφή ήταν δεμένο ένα μεγάλο αγκίστρι για τα χταπόδια. Στην τσέπη μας θα υπήρχε πάντοτε ένα κομμάτι γαλαζόπετρα, τυλιγμένο σε ένα κομμάτι πανί άσπρο, για τα θαλάμια των χταποδιών.   

Πιστεύω να πήρατε μια ιδέα από την μικρή μου Παυσανιάδα που σας περιέγραψα για την αγαπημένη μας Ερμιόνη, θα συνεχίσω με γεγονότα του πολέμου και της κατοχής. Συνεχίζεται.....  

Τρίτη, 12 Μαΐου 2020

ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΜΑΚΗ ΤΟΥ ΝΑΚΟΥ Σ12



Από κάτω από του Μέξη προς το Βοριά είχε και το λιοτρίβι ο Σωτήρης ο Δεδάκης από εκεί και πέρα δεν υπήρχαν μαγαζιά, ήταν όλα αμπέλια και περιβόλια.

Μεταξύ κτηρίου ΟΤΕ και των σπιτιών και μαγαζιών του Ιωάννου Λαδά, στεγάζονταν τότε επί του δρόμου η Ηλεκτρική μηχανή, που έδινε ρεύμα στα σπίτια της Ερμιόνης και από την άλλη μεριά προς τη θάλασσα, ήταν το λιοτρίβι.
Από τη πρώτη γλίστρα μέχρι τη στροφή, που περνούμε για να πάμε στο μύλο, δηλαδή όλο σχεδόν το κρηπίδωμα, εκεί που παρκάρουν τα φορτηγά και τα πούλμαν, εκεί που γίνεται η λαϊκή, και το Γήπεδο και ο ιστιοπλοϊκός όμιλος, ήταν βουρκάδα και βάλτος και δεξιά στα βράχια του κρόθι, ήταν οι γούρνες που έβγαινε γλυκό νερό, το οποίο ανακατευόταν με το νερό της θάλασσας και γινόταν υφάλμυρο.
 
Εκεί πήγαιναν οι γυναίκες και έπλεναν τις λιοπάνες, χράμια, βελέντζες, κλπ. Κρόθι στα Αρβανίτικα θα πει Πηγή-νερου και επειδή στο σημείο αυτό έβγαινε νερό, πήρε και το βουνό την ονομασία Κρόθι.                                        
Οι γούρνες επί πολλά χρόνια ήταν σκεπασμένες, για προστασία από τη βροχή και τον Ήλιο, ΒΔ των σπιτιών του Λαδά, μέχρι τον ΟΤΕ και σχεδόν στο ύψος του λιμεναρχείου, ήταν όλο βούρλα και από τα βούρλα και μετά υπήρχε μια συστάδα από ευκάλυπτα. Και από τα ευκάλυπτα και μετά το γήπεδο του Ερμή – καμιά σχέση με το σημερινό –  μετά το γήπεδο, ήταν δυο-τρία πέτρινα αλώνια εξού και η ονομασία της περιοχής, που αλώνιζαν το σιτάρι και το κριθάρι με τα άλογα, έως ότου ήρθε η αλωνιστική μηχανή γύρω στο 1939-40 και καταργήθηκαν.

Δυτικά από αυτά που περιγράφω, μέχρι την ανατολική μάνδρα της βίλας του Λεούση, δεν υπήρχε κανένα κτίσμα. Για να σας δώσω να καταλάβετε από τα σπίτια σήμερα της οικογένειας Λαδά και από τη Δήμητρα, μέχρι το Κρόθι και τον Άγιο Μηνά, δεν υπήρχε κανένα σπίτι.                               Δυτικά του τότε γηπέδου, του Νηπιαγωγείου, δημοτικού σχολείου και του σημερινού γηπέδου, ήταν όλο κτήματα (χωράφια) που έσπερναν στάρια και κριθάρια.  

Εκεί που είναι σήμερα το Super Market Δήμητρα, ήταν μια γέφυρα, και μέχρι στα δύο πηγάδια το ένα δίπλα στο κτήμα αφων Πάλη (Κοματά), και το άλλο με τις κορύτες για το πότισμα των ζώων, (Μεγαλοπήγαδο) ήταν άλλη γεφυρα, διότι μεταξύ Δήμητρας και των δύο πηγαδιών. υπήρχε ο δρόμο αριστερά και δεξιά, ήταν το κομμάτι αυτό ποτάμι, το οποίο ποτάμι συνόρευε με το δρόμο και το κτήμα Ιωάννου Παπαμιχαήλ, (Σημερινό κτήμα Χηλαρη –Δήμητρας) διότι όταν έβρεχε πολύ και κατέβαιναν τα νερά από το καταφήκι συγκεντρωνόντουσαν στα πηγάδια και από εκεί δια μέσου του ποταμού, έβρισκαν έξοδο προς τη θάλασσα, για αυτό υπήρχαν και τα δύο γεφύρια.  


Από το μεγαλοπήγαδο, έπαιρνε νερό σχεδόν όλη η Ερμιόνη και η μεταφορά του γινόταν με τις στάμνες και με τα ζώα και πολλές φορές από τις γυναίκες, κουβαλώντας τη στάμνα στον ώμο, τα δε νερά των πηγαδιών ήταν τότε αρίστης   ποιότητος, διότι από αυτό πίναμε και δεν παθαίναμε τίποτα. Στα σπίτια είχαν οι περισσότεροι και στέρνες και μάζευαν το νερό της βροχής, άλλης ποιότητας βέβαια, αλλά πολλοί το έπιναν  στην Ερμιόνη.

Στην Ερμιόνη μέσα, πουλούσε νερό ο Θανάσης ο Λεβέντης (Κίμινος), είχε ένα μουλάρι και στο σαμάρι αριστερά και δεξιά, είχε δύο ντεπόζιτα μικρά με κάνουλα και περνούσε τις γειτονιές και το πουλούσε. Όταν αυτός σταμάτησε τη δουλειά αυτή την έκανε ο Κοσμάς ο Βρετός (Κλοκαντούρης).Όπως έχω αναφερθεί στην αρχή η ζωή και η κίνηση, ήταν στο βόρειο λιμάνι της Ερμιόνης, στη μικρή προβλήτα, αράζανε ψαρόβαρκες και μικρό- καΐκια.

 Οι βάρκες του βαποριού, γιατί τα βαπόρια δεν πλεύριζαν στη προβλήτα, αλλά σταματούσαν στο ύψος περίπου του Μύλου και από εκεί γινόταν πάντοτε η επιβίβαση και η αποβίβαση με τις βάρκες, εκεί άραζε και η μπενζίνα του Γρηγόρη του Καραγιάννη, η οποία στη διάρκεια του πολέμου και της κατοχής, έκανε τα δρομολόγια για τον Πειραιά, διότι τα βαπόρια είχαν επιταχθεί από το κράτος, για τις ανάγκες του στρατού, μεταφέροντας υλικά και εφόδια πολέμου, στο λιμάνι της Πρέβεζας.

Γιατί από εκεί γινόταν ο ανεφοδιασμός του στρατού, για το αλβανικό μέτωπο με τους Ιταλούς. Στο διάστημα της επίθεσης των Γερμανών τα περισσότερα τα βούλιαξαν τα στούκας (Γερμανικά πολεμικά αεροπλάνα). 

Στη μεγάλη προβλήτα αράζανε τα μεγάλα καΐκια, αυτά που πήγαιναν στην Μπαρμπαριά, του Απόστολου του Κατσογιώργη ο Μπαλαρμιώτης και η Αγία Μαρίνα, του Αντώνη και Γαβρίλη Γεωργίου (Σαλίακου), του Αντώνη του Νόνη (Κολινέκα), του Κοσμέτο, του Γιάννη του Οικονόμου (Νεότσιου). Παλαιότερα πηγαίνανε στη Μπιγκάζα με τα πανιά, αργότερα βάλανε μηχανές. Ερχόντουσαν και ξένα και αράζανε, προπαντός πολλά γριγρί με τις λάμπες τους με ασετιλίνη και ψάρευαν τη νύκτα στο Ερμιονικό κόλπο για αφρόψαρα και βλέπονταστα την νύκτα από μακριά σχημάτιζαν ένα ωραίο θέαμα, κατά την περίοδο που επιτρεπόταν το ψάρεμα με τις ανεμότρατες, ερχόντουσαν και αράζανε στο λιμάνι.

Τώρα εμείς σαν μικρά παιδιά που είμαστε την εποχή αυτή, εκτός από το σχολείο, το οποίο και αυτό γινόταν μετ΄ εμποδίων λόγω του πολέμου και της κατοχής, είχαμε και τα παιχνίδια μας, ορισμένα από αυτά ηταν εποχιακα, Χριστούγεννα και πρωτοχρονιά το ρόλο, περισσότερο βέβαια για μεγαλύτερους διότι παιζότανε με χρήματα, από τα Μανδράκια γινόταν ο χαμός τις ημέρες αυτές, τις αποκριές ήταν η εποχή που φτιάνανε τις φελάνδρες (Αετούς), πηγαίναμε στου Γκόγκου και αγοράζαμε χρωματιστές κόλες και με καλάμια φτιάχναμε τις μάνες (βάσεις) και τις κολάγαμε στο σκελετό με αλεύρι, όταν δε υπήρχε σπάγκος, ξηλώναμε από πλεχτά μάλλινα τσουράπια (Κάλτσες) και φτιάχναμε την καλούμα.  
Το καλοκαίρι κυρίαρχο παιχνίδι ήταν το κολύμπι και στο τέλος κάναμε απολογισμό πόσα μπάνια κάναμε, διότι οι περισσότεροι κάναμε πρωί και απόγευμα και υπολογιζόντουσαν διπλά.

Τον Σεπτέμβριο μήνα όταν όλα ήταν έτοιμα για τον τρύγο, το λιμάνι και τα Μανδράκια γέμιζαν από άδεια ξύλινα βαρέλια του κρασιού, για να τα πλύνουν να τα καθαρίσουν και να αλλάξουν όσα στεφάνια (Κανάρια) είχαν καταστραφεί, αυτά τα περνάμε και παίζαμε, μαζεύαμε το ρετσίνι από  την λάσπη (την τρεμεντίνα) και φτιάχναμε τα φούσια.                Παλαιότερα είχα αναφερθεί στην εφημερίδα <Ερμιονίς> και στο περιοδικό της Βιβής Σκούρτη, για τα φούσια και κανάρια.

Επίσης αξέχαστα θα μας μείνουν και άλλα παιδικά παιχνίδια, το τζίτζι, το ξυλίκι (Πίτσι), το κουκούδι, η αμπάριζα, το κρυφτό, το κυνηγητό, τα πεντόβολα, τους βόλους, το μπίζ, τη μακριά γαϊδούρα, τις σβούρες, τα καρύδια, τις ασετιλίνες, ανοίγαμε μια λακκούβα ρίχναμε λίγο νερό και μέσα βάζαμε ένα κομμάτι ασετιλίνη (Ακετυλένιο), το σκεπάζαμε με ένα κουτί του γάλακτος και μία τρύπα από καρφί στο πάνω μέρος και με ένα ξύλο μακρύ με φωτιά το πλησιάζαμε στην τρυπούλα από μακριά, και αυτό πεταγόταν στα ύψη.  Συνεχίζεται.


 


 


 


 

Κυριακή, 10 Μαΐου 2020

ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΜΑΚΗ ΤΟΥ ΝΑΚΟΥ Σ11


Ξεκινώντας πάλι από το λιμάνι, μπροστά στο Ηρώων, ήταν το καφενείο και το κουρείο των αδελφών Ανδρέα και Νίκα Βογανατση, στο καφενείο αυτό, το οποίο ήταν από τα ωραιότερα της Ερμιόνης, κεντρικό σημείο για τους καφενόβιους, για συναντήσεις και συζητήσεις, είτε τοπικές η Πολιτικές, για τα δρώμενα και λεγόμενα της εποχής.

Πιο περά στο διώροφο σπίτι της οικογένειας Μειντάνης (Μπαμπόλη) στο ισόγειο, σε μία γωνία. ήταν το κουρείο του Άγγελου του Παπαβασιλείου και στο υπόλοιπο, κατά τη διάρκεια της κατοχής, το είχε ταβέρνα ο Δημήτρη Χατζηπέτρου, ο οποίος δεν ήταν Ερμιονίτης, η  καταγωγή του ήταν από την Απύρανθο της Νάξου, είχε έρθει  στην Ερμιόνη και εισέπραττε τους φόρους. Είχε δε παντρευτεί την Νότα Σπετσιώτη, οι οποία ήταν Ερμιονίτισα, αλλά κατοικούσε με τον αδέλφια  της στο Λαύριο, ήταν πολύ όμορφη και μια χρονιά είχε εκλεγεί Μις Λαύριο, απέκτησαν τρία παιδιά, την Μαριάνθη, το Γιάννη και τη Μαρίνα, έφυγαν μετά την κατοχή και εγκαταστάθηκαν στο Λαύριο, όπου ο Χατζηπέτρος εκλέχτηκε δύο τετραετίες Δήμαρχος.

Αργότερα ο Γιώργος Μειντάνης (Μπαμπόλης) έπαιζε  τερματοφύλακας στον ΕΡΜΗ, στη ταβέρνα άνοιξε ποδηλατάδικο, εκεί μάθαμε και εμείς ποδήλατο, με ένα για αρχάριους που το ονόμαζαν <Κοπρίτη>, απέναντι ακριβώς στο κρηπίδωμα της παραλίας, ήταν τα δημόσια ουρητήρια, από εκεί και πέρα ήταν χωματόδρομος, από το ύψος της σημερινής Τράπεζας Πειραιώς και μέχρι το σπίτι της οικογένειας Τράκη και περα ηταν χωματόδρομος.

O βυθός της θάλασσας αποτελείται από βουρκο και πέτρες και μπροστά ακριβώς  από το σπίτι της οικογένειας Λάζαρου Μήτσου, κατά τον φλεβάρη και Μάρτη. όταν τα νερά έφευγαν, είχε δηλαδή φυρασιά (Άμπωτης) πηγαίναμε με ένα μεγάλο κουτάλι της σούπας και σκάβαμε το βούρκο και της πέτρες και βγάζαμε αχιβάδες, που ήταν πάρα πολύ νόστιμες, ψητές στη σχάρα.      

Σε κάποιο σημείο, υπήρχε και ένα μικρό λιμανάκι με πέτρες (Μανδράκι), απέναντι από το φαρμακείο της Ευγενείας της Πάλλη., Εκεί που είναι η έκθεση επίπλων, ήταν το σιδεράδικο του Σταμέλου, ποίο πέρα αριστερά πάντα και στα Κυκλώπεια τείχη, ήταν το λιοτρίβι και η φάμπρικα που άλεθε σιτάρι και κριθάρι των Αδελφών Δημήτρη και Χρήστου Βοντα. Σημερινά μαγαζιά του Γιωργου Βοντα, αναφέρω δε ότι το λιοτρίβι τους και του Γιάννη του Λαδά, ήταν τα μοναδικά στην Ερμιόνη που είχαν υδραυλικό σύστημα, για να πιέζουν τα τσούλια (ειδικά φτιαγμένα για τη λάσπη της ελιάς) και δίπλα ήταν το σαμαράδικο του Σωτήρη του Παπαηλιού (Λεσόγιαννη),ο οποίος ήταν περίφημος στο πετάλωμα των οπλών των αλόγων 

Ανεβαίνοντας αριστερά στην ανηφόρα, ήταν το σπίτι του Ανάργυρου του Λεμπέση και η φάμπρικα των αδελφών Γιάννη και Αντώνη Σιδέρη, πολύ γνωστή στην περιοχή μας όπου αλέθαμε το σιτάρι, κριθάρι, καλαμπόκι, κ.λ.π. Επάνω από του Σιδέρη ήταν το μπακάλικο του Σαράντου Δημαράκη, πηγαίνοντας στο δρόμο για να βγούμε στην Παναγία, το σπίτι της οικογένειας Βοντα, που είχε και το οδοντιατρείο η Τένια  Βόντα.

Από το Βενζινάδικο του Μάνου, άρχιζε ο αμαξωτός δρόμος που πήγαινε για Κρανίδι, πιο πέρα από του Κριτικού,  δίπλα στο συνεργείο αυτοκινήτων, ήταν το λιοτρίβι του Μιχάλη Οικονόμου, πατέρα του Βασίλη του οικονόμου (Οικονομολόγο), όπως είναι σήμερα το παλιό κτήριο και πιο πέρα δεξιά στο φουγάρο, ήταν το λιοτρίβι του Διαμανου Μέξη που αργότερα ο γιός του Σπύρος, το έκανε εργοστάσιο το οποίο έβγαζε τομάτες σε κονσέρβα, τότε έφτιαξε και το μεγάλο φουγάρο. Συνεχίζεται.