Σάββατο, 1 Νοεμβρίου 2014

Ο ΒΑΣΙΛΗΣ Ο ΝΑΚΟΣ ΕΦΥΓΕ


Εφέτος ο Βασίλης δεν θα έρθει να μαζέψει τις ελιές, πάει με τους αείμνηστους φίλους του περίπατο στους παραδείσιους κήπους.

Έφυγε ήρεμος και καρτερικός, όπως σε όλη του τη ζωή, όταν συναντιόμαστε, συνήθιζε να μου λέει <Για σου γείτονα>.                            Και θυμόμαστε τον καιρό, που μας διασκέδαζε παίζοντας τον Καραγκιόζη και εγώ με το Μάκη μαζεύαμε τα εισιτήρια.          

Όταν το 1940, κηρύχτηκε ο πόλεμος και επιστρατευτήκαν οι ταχυδρόμοι, Τάσος Οικονόμου (Τροκαντερός) και ο Στάθης ο Λίτσας, προσλήφθηκε ο Βασίλης μαζί με τον Μίμη το Στανατιώτη. Τότε εκτός από την αλληλογραφία μάζευαν και τα δέματα που προορίζονταν για τους στρατιώτες με τον τίτλο,  < Η φανελα του Στρατιώτη>. Όταν κατέρρευσε το μέτωπο της Αλβανίας, επέστρεψαν οι πρώην υπάλληλοι του ταχυδρομείου και ο Βασίλης αναζήτησε δουλειά ως μηχανικός με τα καΐκια, η απελευθέρωση βρήκε το Βασίλη μπαρκαρισμένο στο καΐκι του Αλεξανδρή από την Κοιλάδα, να φορτώνουν διάφορα γεωργικά προϊόντα από την ακρογιαλιά, με προορισμό τον Πειραιά. Σε ένα από τα ταξίδια περνώντας τα Τσελεβίνια και ορτσάρισε το καΐκι και το πανί άλλαξε πλευρά, η <Μάτσα> η κάτω αντένα, παρέσυρε το Βασίλη και τον έριξε στη θάλασσα, στην αρχή χάθηκε μες στη άγρια φουρτούνα, αλλά ένα άλλο κύμα, έφερε το Βασίλη αναίσθητο, πάνω στο αμπάρι του καϊκιού. Ευτυχώς ο Βασίλης έζησε και αυτό το ατύχημα θεωρήθηκε Θαύμα!!!

Το 1948 ο Βασίλης, δούλευε μηχανικός στο καΐκι του Ανάργυρου του Μερτύρη, με το οποίο η ποδοσφαιρική ομάδα του <Ερμή> ταξίδευσε στης Σπέτσες, για να παίξει με την ομάδα  της Μπουμπουλίνας. Το αποτέλεσμα για την ομάδα των Σπετσών ήταν τόσο απογοητευτικό, 7-0 που ανάγκασε την οπαδό της ομάδας Μάγια Καλιγά, να μας καταραστεί να μισώσουμε να γυρίσουμε σπίτια μας. Μπήκαμε στο καΐκι και πριν φτάσουμε στο μπουγάζι του Δοκού σπάει το καπάκι της μηχανής, τότε ο Βασίλης ανεβαίνει στο κατάστρωμα και απευθυνόμενος στον καπετάνιο του λέει:  < Ανάργυρε, έσπασε το καπάκι> Και ο καπετάνιος του απάντα.                 <Τι είπες ρε μακάκα; > Οπότε ο Βασίλης με απίστευτη ηρεμία του απαντά: < Ανάργυρε το Μν βρωμάει στον Περαία!!!> Από τότε η φράσης αυτή έμεινε παροιμιώδεις στην Ερμιόνη. Το πρωινό της άλλης μέρας, το πλοίο   < Καλαμάρα> που μας είδε, ειδοποίησε στην Ερμιόνη και ήρθε η ανεμότρατα του φασιλή και μας ρυμούλκησε.   

Ο Βασίλης δημιούργησε οικογένεια και συνταξιούχος πια έμενε στη Νέα Σμύρνη, από όπου την Παρασκευή, ξεκίνησε το τελευταίο του ταξίδι, με τις ευχές όλων μας και της οικογενείας του να είναι, σε γαλήνιες θάλασσες.