Σάββατο 9 Μαΐου 2020

ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΜΑΚΗ ΤΟΥ ΝΑΚΟΥ Σ10



Σε αυτό το σπίτι που έχει φτιάξει τώρα η Λιτσα Κουτρουμπή, εγγονή του Μαρμαρινού, ήταν το καφενείο του Γιάννη του Γκάτσου (Τζίτζα), πατέρα του Φάνη και στο επάνω μέρος στη γωνία, απέναντι από τη Βίλα Λιλίκα, εκεί που είχε ένα διάστημα ο Γιαννης ο Κυριαζής το ξυλουργείο, ήταν το πατρικό λιοτρίβι του μπάρμπα Γιωργάκη του Γκάτσου, παππού του Φάνη και Μάκη Γκάτσου, εγώ το είχα προλάβει με τη μονή πέτρα και το αλώνι ανοικτό, την πέτρα τη γύριζε ένα άλογο και μπροστά από το άλογο ένας εργάτης με ένα φτυάρι, φτυάριζε της ελιές προς την πετρά για να τις κάνει λάσπη.

Εκεί που είχε η Φρειδερίκη Κοτταρά το καθαριστήριο, είναι το πατρικό σπίτι του Ανάργυρου και της Άννας Μπαρδάκου, όπου η μητέρα τους κυρά Πίτσα και ο πατέρας τους Μήτσος Μπαρδάκος (Καλόστος), ειχαν το μπακάλικο, το Καλόστος, ήταν το παρατσούκλι του μπάρμπα Μήτσου, διότι οποίος έμπαινε στο μαγαζί για ψώνια, άνδρας, γυναίκα, παιδιά, η πρώτη κουβέντα ήταν καλόστους και οι Ερμιονίτες δεν θελαν και πολλά και του το κόλλησαν << ο καλόστος>>. 

Στη γωνία απέναντι στη Βίλα Λιλίκα, στο σημερινό σπίτι του Γιάννη Γ. Γκάτσου, ήταν το σιδηρουργείο του Μαστρονικόλα του Λουλουδάκη, πατέρα του Γιώργου Λουλουδάκη (Κουμουνδούρου) δίπλα στο ημιτελές σπίτι του Βασίλη του Νάκου, καθόταν ο Μανώλης ο Κοτταράς (Καραθάνος), ο οποίος είχε το χασάπικο στου Καντρέβα στο λιμάνι, εκεί που είναι η καφετέρια  Σοφίας Κωστελένου

Εκεί που κάθεται τώρα ο Μάκης Καραγιάννης, ήταν το καφενείο του παππού του Καρακίκουλη και πάνω από το καφενείο στο σπίτι του Κοσμά Παπαμιχαήλ, είχε το μπακάλικο ο πατέρας του και η μητέρα του κυρά Κόλενα, και εδώ, στη κάτω γειτονιά (Μπίστι) πριν από τον Άγιο Αθανάσιο, στο πατρικό σπίτι του Γιάννη και Αριστείδη Φλεβαράκη (Χιώτη), οπού εμείς που μέναμε στη γειτονία, ότι σόλες, ψίδια, φόλες χρειαζόντουσαν τα παπούτσια, τα πηγαίναμε στον κύρ΄ Σταύρο για να μας τα φτιάξει.
Συνεχίζοντας από το λιμάνι, στο περίπτερο σήμερα του Λευτέρη του Καρκατσάνη, ήταν η παράγκα του Διονύση του Κατζιλιέρη, που όπως είχαμε ακούσει παλαιοτέρα, ήταν φορατζίδικο, εισέπρατταν τους φόρους, ο δε Κατζιλίερης είχε και Μύλο απάνω στους μύλους, όπου το διάστημα της κατοχής δούλευε με τα πανιά και πηγαίναμε σιτάρι, κριθάρι, καλαμπόκι, για να τα αλέσει.               
Στή γωνιά, που είναι η καφετέρια του Ντάρκα, ήταν το μαγαζί του Γιώργου του Μπουρνάκη, πατέρα της Μαριάνας Βαρδινογιάννη και συνεχεία οι βενζίνες και πετρέλαια του Μιχάλη Δεληγιάννη, ο οποίος ήταν αντιπρόσωπος της εταιρείας ΣΕL και αργότερα το είχε Βενζινάδικο ο Ανάργυρος Σερφας. Ο Μιχάλης ο Δεληγιάννης, ήταν ο πρώτος πρόεδρος του αγροτικού συνεταιρισμού Ερμιόνης.
Εκεί στο σημερινό κτήριο του Παλυβού, ήταν μία μεγάλη αίθουσα και στη γωνία ήταν το κουρείο του Θανάση του Σαρρή και το υπόλοιπο ήταν ζαχαροπλαστείο του Παντελή Αναμερόγλου, ο οποίος ήταν πρόσφυγας και μπατζανάκης του Θεόδωρου Κωνσταντινίδη, ο οποίος έφτιαχνε ωραίες πάστες, είχε και ένα μοναχοπαίδι τον Κώστα, ένα –δύο χρόνια μεγαλύτερος μου, στο σχολείο δεν τον ήξερε κανένας με το επίθετο του, αλλά με το παρατσούκλι, ο  Κώστας ο ζαχαρομουτης, μελετημένα και ευφυέστατα τα  παρατσούκλια των Ερμιονιτών.
Ανεβαίνοντας προς τα πάνω, στο σημερινό σπίτι του Ανδρέα του Βογανατση, ήταν  τσαγκαράδικο του Παναγιώτη Κωνσταντινίδη, που και αυτός ήταν πρόσφυγας και γαμπρός του Παπαδημήτρη του Μπαρδάκου και με την εγγόνα του Μαρία Κωνσταντινίδου, ήμαστε συμμαθητές στο δημοτικό σχολείο. Τελειώνοντας την ανηφοριά, φάτσα ήταν το σπίτι και χασάπικο του Δημήτρη του Τσέλου, πατέρα του Γιώργου, Κώστα, Ανάργυρου,(Γούλη) Τάσου και Ιωάννας Τσέλου.           
 Δίπλα και αριστερά από το χασάπικο, ήταν το σιδεράδικο του Μαρουλά, πατέρα του Άγγελου και Μάκη (Κόκκινου). Στη γωνία απέναντι από το σπίτι του Τάσου του Παπαγεωργίου (πατρικό), Ήταν ο φούρνος του μπάρμπα Διονύση Γκάτσου, αργότερα Νίκου Λίτσα.
Ανεβαίνοντας δεξιά, στο πατρικό σπίτι της οικογένειας Ντούρου, ήταν το Σαγματοποιείο (Σαμαράδικο) του Τάσου του Ντούρου, φτάνοντας μπροστά στο Κυπαρίσσι, ήταν το καφενείο του Γιάννη του Τράκη, πατέρα της Κικής, Ελένης, και Μαρίας Τράκη, μετά το καφενείο πηγαίνοντας προς την Παναγία,  καί δεξιά, στο  σπίτι της Μαλαματένιας Βόντα,  ήταν η μπακάλο ταβέρνα του Μπεξή και του Θανάση του Πάτσου που ήταν συνέταιροι.
 Πίσω από το ιερό της Παναγίας, το σπίτι του Μιχαλάκη Παπαβασιλείου (Δάσκαλου), στη γωνιά ήταν το κουρείο του Παναγιώτη του Φασιλή, πατέρα του Ηλία Βασίλη και κατεβαίνοντας κάτω μετά την Παναγία, ήταν το σπίτι του Άγγελου του Ζωγράφου και το σαγματοποιείο (Σαμαράδικο) του Δημήτρη Οικονόμου, πατέρα του Πάνου και του Ανάργυρου Οικονόμου. Συνεχίζεται …  

Τετάρτη 6 Μαΐου 2020

ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΜΑΚΗ ΤΟΥ ΝΑΚΟΥ Σ9

Από την άλλη πλευρά, πηγαίνοντας από το επιπλάδικο του Κοτσογκιώνη (Παναγιώτη Οικονόμου) προς την Παναγία, δεξιά μας στη γωνία ήταν ο φούρνος του Μήτσου Παναγιώτου, εμείς δεν προλάβαμε να το δουλεύει, αργότερα το είχε ο Παντελής ο Κομμάς και το εκμεταλλευόταν, είχαμε ακούσει ότι μαζί με το φούρνο του Γρηγόρη Καραγιάννη, του Διονύση του  Γκάτσου και του Μήτσου του Μερτύρη, έφτιαχναν τις γαλέτες (διπυρίτης άρτος) που έπαιρναν οι ναυτικοί μας για την Μπαρμπαριά, στον καιρό το δικό μας τις γαλέτες τις έπαιρναν από την Ύδρα, διότι και αυτή ήταν περίφημοι στην κατασκευή τους.
 
Ανεβαίνοντας προς την Παναγία, μετά το φούρνο, ήταν το ραφείο του Κώστα του Κομμά (πατέρα της Μαντώ) και ποίο πάνω στη γωνία δεξιά το χρυσοχοείο του Δημήτρη του Νάκου, πατέρα του Λευτέρη και της Κικής, το μοναδικό τότε, αριστερά το σπίτι του Ανάργυρου του Μερτύρη, με το τυροκομείο και το λιοτρίβι.

Προχωρώντας δεξιά ήταν το τσαγκαράδικο του Πάνου Μανουσάκη, βγαίνοντας στην πλατειούλα της Παναγίας αριστερά, ήταν το κρεοπωλείο του Δημήτρη Παπαμιχαήλ, παππού του Χρήστου Παπαμιχαήλ και δίπλα ήταν το διώροφο σπίτι της οικογένειας Ιωάννου Παπαμιχαήλ, πατέρα του Κώστα και της Αικατερίνης Ρήγα Παπαμιχαήλ, που το Ισόγειο ήταν το μπακάλικο του πατέρα τους, ο οποίος είχε ένα από τα ωραιότερα περιβόλια της Ερμιόνης.
Απέναντι από την είσοδο της Παναγίας, ήταν το καφενείο του Πολυχρονόπουλου, προχωρώντας ήταν η ταβέρνα και το χασάπικο του Μήτσου τού Οικονόμου (Νάνου), πατέρα της Κασσάνδρας, ο οποίος όταν τηγάνιζε τις συκωταριές και τα παϊδάκια, κολαζόταν όλη η Ερμιόνη. Απέναντι ήταν το μπακάλικο των αδελφών Προβελεγκάτου οι οποίοι ήταν πρόσφυγες, δεξιά ήταν η Κοινότητα Ερμιόνης και δίπλα ήταν το Καποδιστριακό, το οποίο χρησιμοποιείτο για αίθουσα δικαστηρίου και στη γωνία στο σημερινό οπωροπωλείο ήταν το ξυλουργείο του Μπάρμπα Κώστα Δεδάκη, που ήταν και αριστερός ψάλτης της Παναγίας και απέναντι αριστερά το ραφείο του Γιώργου Λίτσα, από εκεί και μετά δεν υπήρχαν μαγαζιά.
Ξεκινώντας πάλι από το λιμάνι, από το σπίτι Κωστελένου (Καντρέβα) εκεί ήταν το καφενείο του Καντρέβα, δίπλα στο καφενείο ήταν το εμπορικό του Δαμιανού του Μέξη και το κουρείο του Αλέκου Γκόγκου, στο οποίο είχε και διάφορα ψιλικά, από εκεί θυμάμαι αγοράζαμε τις φιγούρες του Καραγκιόζη και τις κόλλες, για να φτιάξουμε τις φελάνδρες    (Αετούς)τις απόκριες, είχε και αποκλειστική πώληση των εφημερίδων, δίπλα στο κουρείο ήταν το ζαχαροπλαστείο του Θεοδώρου Κωνσταντινίδη, πατέρα του Σταύρου, ο οποίος έφτιαχνε ωραία κανταΐφια και μπακλαβάδες χρησιμοποιώντας βούτυρο γάλακτος, που το έπαιρνε από το τυροκομείο του Ιωσήφ Μερτυρη και μύριζε όλο το λιμάνι από τη νοστιμιά τους.  
Συνέχεια εκεί που είναι τώρα το οπωροπωλείο, ήταν τότε το ίδιο μαγαζί του Κουτσουρελάκη, με τα ίδια προϊόντα, αναφέρω δε ότι από την καφετέρια της Σοφίας Κωστελένου, μέχρι το κρεοπωλείο του Ζαβαλάρη και από το μαγαζί του Ηλία του φασιλή μέχρι το ψαράδικο του Μπούλη (Ματθαίος), όλο το τετράγωνο αυτό ήταν Καραγιανέικο και Δεληγιανέικο. 
Μπαίνοντας αριστερά από το οπωροπωλείο, για να βγούμε στη πλατειούλα, ονομαζόταν η μάνδρα του Καραγιάννη και ενδιάμεσα μέσα στη μάνδρα, ήταν ο φούρνος του Καραγιάννη, αργότερα Βλάση και το λιοτρίβι το οποίο και αυτό δούλευε με μηχανή, μπροστά στο σπίτι σε μια εσοχή του Λάζαρου και της Μπεμπέκας Σπετσιώτη, με τη χουρμαδιά, ήταν μια ξύλινη κατασκευή (Παράγκα)και είχε το κρεοπωλείο ο Παναγιώτης ο Καρδάσης πατέρας της Γιώτας της Καρδαση (Δέδε), σε αυτό δούλευε ως παραγιός ο Σταμάτης  ο Βλαχοδημήτρης, με αμοιβή μια οκά κρέας κάθε Σαββάτο.    
Αριστερά στο παλιό σπίτι  κληρονόμων Κουτουλάκη, είχε τότε το γκαράζ ο Σπύρος ο Κουτουλάκης, ο οποίος έβαζε εκεί μέσα το μοναδικό αυτοκίνητο ταξί στην Ερμιόνη, από εκεί πηγαίνοντας προς το φαρμακείο του Αγγέλου του Παπαμιχαήλ, ήταν το ξυλουργείο του Βασίλη και του γιού του Θόδωρου Κανέλλη και αργότερα ήταν το μπακάλικο του Αδριανού του Γκάτσου, πατέρα του Βασίλη και Κώστα Γκάτσου, που αρχικά το  μπακάλικο ο πατέρας τους το είχε στο πατρικό του σπίτι.
Στη γωνία που είναι τώρα το Σουβλατζίδικο του μάστορα, ήταν ένα μικρομάγαζο, με διάφορα ψιλικά είδη ραπτικής, τετράδια, βιβλία, του Γιώργου του Μαρμαρινού,  πατέρας του Γιάννη και Ντίνας Μαρμαρινού και το ονόμαζε Μικράκι, παλαιότερα είχαμε ακούσει ότι ο Γιώργος ο Μαρμαρινός και ο Παύλος ο Φραγκούλης, με ένα Ταμπλά κρεμασμένο στο λαιμό τους με διαφορα είδη μοδιστρικής, βγαίνανε στη γύρα για να πουλήσουν την πραμάτεια τους και τους είχαν βγάλει ένα σατυρικό τραγούδι:
<Ο Μαρμαρινός και ο Παύλος, βγήκανε στην πάνω χώρα,να πουλήσουν κουβαρίστρες, στρίφωμα και δακτυλήθρες, μα ο Κόσμος δεν τα παίρνει, γιατί ψήφισαν Βερδέλη>  Συνεχίζεται.
 

Δευτέρα 4 Μαΐου 2020

ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΜΑΚΗ ΤΟΥ ΝΑΚΟΥ Σ8

Πολλές φορές όταν έβλεπαν τον καιρό και χαλούσε, της έφερναν από το λιμάνι και της άραζαν για καραντιά. Προχωρώντας τον πλακόστρωτο προς τα απάνω (Βεγγέρα), δεξιά μας ήταν ο φούρνος του Μήτσου και της Αγλαΐας Μερτύρη, που έφτιαχνε ωραίες κουλούρες ψωμί και εξυπηρετούσε τους Ερμιονίτες για τα ψησίματα των φαγητών, είχε και κάτι μαυροπίνακες στο τοίχο του μαγαζιού, για διάφορες σημειώσεις με την κιμωλία.Στον πίνακα αυτόν, ο ανιψιός τους Παντελής Μήτσου, ζωγράφιζε πολεμικά πλοία και αεροπλάνα και εμείς καθόμαστε και τα θαυμάζαμε, γιατί ήταν καταπληκτικά ωραία.

Συνεχίζοντας το δρόμο προς τα επάνω, συναντάμε το μοναδικό Φαρμακείο στην Ερμιόνη  του Αγγέλου Παπαμιχαήλ, δεξιότερα προς το βοριά ήταν και το λιοτρίβι του, το οποίο τότε μαζί με κάτι λίγα ακόμα λιοτρίβια δούλευαν το αλώνι με μηχανή και όχι με άλογα όπως ήταν τα περισσότερα, πιο πάνω αριστερά από το Φαρμακείο, ήταν το μπακάλικο του και το λιοτρίβι του Μιχάλη του Παπαμιχαήλ (Γιαταγάνα) και κάτω αριστερά στα σκαλιά ήταν το φαναρτζίδικο του Γιάγκου του Παπαβασιλείου, γιο του παπαφρέδου πού έφτιαχνε διάφορα σκεύη από λαμαρίνες, κουβάδες, μπρακάτσες, μπρακάτσες ήταν ένα ειδικός κουβάς που βγάζαμε νερό από τα πηγάδια, και της στέρνες και πάντα οι
Κρανιδιώτες μας κορόιδευαν διότι αυτοί την μπρακάτσα τη λέγανε τέστα.

Ο Γιάγκος ήταν και πολλά χρόνια αριστερός ψάλτης στο Ταξιάρχη, δίπλα στο Μερκουρέικο το σημερινό σπίτι του Απόστολου του Γκάτσου, ήταν κάποιος ράπτης ονόματι Στρατής πρέπει να ήταν πρόσφυγας, τον θυμάμαι γιατί πηγαίναμε και ζητάγαμε μεγάλες καρέλες (Κουβαρίστρες), για να φτιάξουμε τα πατίνια, επάνω από το Φαρμακείο ήταν το εμπορικό και μπακάλικο του Γιώργου του Παπαγεωργίου, πατέρα του καπεταν Δημήτρη Παπαγεωργίου και ποιο πάνω στο ίδιο κτήριο στη γωνία ηταν το τσαγκαράδικο του Δημήτρη του Δημαράκη (Ντουνούκα).
Προχωρώντας αριστερά, η ταβέρνα του Παπαμιχαήλ που στην Κατοχή ηταν αποθήκη της οργάνωσης και εμαζευαν τρόφημα για του Αντάρτες, αργότερα είχε το επιπλοποιό του ο Αργύρης ο Σπετσιώτου, εκεί σύχναζαν οι διανοούμενοι της αριστεράς, στρίβοντας αριστερά ήταν το σπίτι του Γιάννη του Νοταρά, πρωτοπαλήκαρο του Δημάρχου Αθηνών Μερκούρη, πάτερα του Αντώνη του Νοταρά εγγονός του μπάρμπα Αντώνη, που με τη μπρατσέρα ταξίδευε τη Μεσόγειο και τη Μαύρη θάλασσα, μεταφέροντας εμπορεύματα. Σε ένα ταξίδι από Τουρκία προς Αλεξάνδρεια φορτωμένος με φακές, έπαθε ζημιά στο φορτίο και η απαίτηση των ναυλωτών αναφέρεται στα αρχεία των LLOYDS στο Λονδίνο.
Στη δεξιά μεριά του δρόμου, απέναντι από το σπίτι του Πίτ, ακριβώς στη γωνία, ήταν το σπίτι της οικογένειας Προκόπη Μερτύρη (Σκουλούδη), ήταν ένα υπερυψωμένο σαν πλατειούλα με ένα μεγάλο πεύκο, και γύρω – γύρο είχε πλακόστρωτα καθίσματα, εκεί λυνόντουσαν όλα τα πολιτικά ζητήματα, γιαυτο το ονόμαζαν βουλευτήριο και η συζητήσεις άρχιζαν από νωρίς μέχρι τα μεσάνυκτα. Ο Προκόπης ο Μερτυρης, ήταν κουρέας και είχε και Μπαρμπερο- ταβέρνα, από εκεί και πάνω άρχιζε το κέντρο της Ερμιόνης, βεβαίως  εμείς αυτά δεν τα είχαμε προλάβει, απλώς τα είχαμε ακούσει, το σπίτι αυτό το έχει κληρονομήσει η Ντίνα  Γκάτσου, τελευταία πουλήθηκε σε ξένους, οι οποίοι κάθε καλοκαίρι, είναι μόνιμοι  κάτοικοι Ερμιόνης .

Ποιο πάνω, ήταν ένα μικρό σπιτάκι της Μαρίνας του Δράκα και
απέναντι ήταν το σπίτι του Γιάννη του Νοταρά, πατέρα του Αντώνη ο οποίος είχε φτιάξει στο κάμπο της Ερμιόνης ένα από τα ωραιότερα αμπέλια με κρεβατίνες και καλλιεργούσε μόνο φράουλες, επιτραπέζιο σταφύλι και πολλές γυναίκες φτιάχνανε γλυκό φράουλα, αφού ξεφλούδιζαν το απ΄ έξω και εβγαζαν τα κουκούτσια με τη φουρκέτα.

Πιο πάνω το επιπλοποιείο του Παναγιώτη Οικονόμου (Κοτσιγκιώνη). Στρίβοντας αριστερά, πηγαίνοντας για τον Ταξιάρχη, στο σπίτι του Λάμπρου Λαμπάτου, ήταν το  Μονοπώλιο που το είχε ο Μενέλαος ο Βοντας, ο πατέρας των κοριτσιών Βόντα, από εκεί ψωνίζαμε χοντρό αλάτι, σπίρτα, καθαρό πετρέλαιο, και χαρτιά της τράπουλας, – παλιές αμαρτίες από δάνεια τα οποία πληρώναμε μέχρι τότε.

Συνεχίζοντας δεξιά ήταν το καφενείο του Σαλαμανικα και ποιο πάνω αριστερά το καφενείο του Δημήτρη Σταματίου (Ρίνας Χατζησωκράτους), αυτά τα δύο δεν τα πολύ θυμάμαι, στη γωνία στρίβοντας για τον Ταξιάρχη, στο σπίτι του Ηλία του Φασιλή, ήταν το σπίτι και το κουρείο του Γιάγκου του Παπαβασιλείου, αδελφού του Μιχαλάκη Παπαβασιλείου (δασκάλου) και απέναντι ακριβώς μεταξύ οικίας Βελούδη και κληρονόμων Γεωργίου Μερτύρη (Σίχιση), ήταν παλιά  κρασοταβερνα και το εμπορικό των αδελφών Φραγκούλη Παναγιώτη (Χανούτης) Παύλος και Μίχος.

Αριστερά από το κηπάκι του Ταξιάρχη, απέναντι από Λαογραφικό Μουσείο, ήταν παλιά κρασοταβέρνα και αργότερα τσαγκαράδικο του Μιχάλη Νάκου, αδελφού του πάτερα μου και προς τα κάτω η ταβέρνα και μπακάλικο του Μίμη του Σκλαβουνου, από πάνω από την κυρία είσοδο του Ταξιάρχη, στη πλατειούλα και αριστερά, εκεί που είναι το σημερινό Πνευματικό κέντρο της εκκλησίας, ήταν η ταβέρνα και το λιοτρίβι του τσαούση, μας έκανε εντύπωση σε ένα τοίχο  ήταν κρεμασμένο ένα δέρμα από λεοπάρδαλη.

Ο δε Τσαούσης  για να περιποιηθεί  τους φίλους του, έδιωχνε την Τσαουσενα από τη κουζίνα, έπαιρνε μπροστινό χονδρό κρέας (βετούλι) και έκανε το περίφημο Ερμιονίτικο καπαμά και το αυγόκοβε, επειδή ήταν ωραίος μεζές και τραβούσε κρασί, δεξιά στο σημερινό σπίτι του Γιάννη του Σπετσιώτη, ήταν το λιοτρίβι του πατέρα του, που ήταν πολλά χρόνια ψάλτης στον Ταξιάρχη. Στη γωνία αριστερά στο σπίτι της Ήρας Βελέ Φραγκούλη, ήταν το μπακάλικο του πατέρα της Απόστολου και ποίο πάνω το καφενείο του Μενεξή, που αργότερα ο γιος του Παντελής, είχε κάνει ταβέρνα.

Μετά πηγαίνοντας προς το δρόμο για το Μοναστήρι, είχε κτίσει ο Παύλος Οικονόμου ένα διώροφο και είχε το καφενείο του, από τις ωραιότερες μεριές της Ερμιόνης. Συνεχίζεται

 


 

Σάββατο 2 Μαΐου 2020

ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΜΑΚΗ ΤΟΥ ΝΑΚΟΥ Σ7


Προχωρώντας προς το Πουνέντε  μπροστά στο σπίτι της οικογένειας Στεργίου, (σημερινός Ερωδιός) ήταν ένα Μανδράκι και στην ακτή ήταν μια ξύλινη παράγκα, εκεί άραζε η τράτα του Κώστα του Κουβαρά (Πατέρας του Βασίλη και Ησαΐα) Και όταν σουρούπωνε, είχε τελειώσει και το καλάρισμα (τράβηγμα της τράτα) ερχόταν και άραζε και εμείς περιμέναμε με τις σουπιέρες να αγοράσουμε τη λαχταριστή και φρέσκια μαρίδα.

Συνέχεια ήταν το σπίτι του Τάσου Σπετσιώτη (Πιστρίκη) σημερινή ταβέρνα του Μιχάλη, που το ισόγειο τότε ήταν το καφενείο και στη γωνία είχε κουρείο ο Τάσος Σπετσιώτης, πιο πέρα ήταν το πατρικό σπίτι του Μήτσου του Παλαιού που είχε ένα μικρό ψαράδικο και τελευταίο το τσαγκαράδικο του Γιώργου του Μαντανού, εκεί ο δρόμος τελείωνε και από ένα δρομίσκο ανεβαίναμε την ανηφόρα,  για να βγούμε στο κεντρικό δρόμο για να πάμε στο Μοναστήρι των Αγίων Αναργύρων, η περιοχή αυτή λεγόταν Μαγκούλα και γκουρουμέσι.

Από το τσαγκαράδικο του Μαιντανού, μέχρι το σπίτι της Λουλουδιάς Λιναρδοπουλου, (Μπαούλενας) σημερινή οικία του φιλόπτωχου ταμείου ήταν χωματόδρομος, τα σπίτια και η αυλές ήταν πολύ κοντά στη θάλασσα και πολλές φορές όταν φυσούσε δυνατός γαρμπής, το κύμα έμπαινε στις αυλές, o αυλότοιχος του σπιτιού της μπαούλενας ακουμπούσε στη θάλασσα,  εκεί ο δρόμος σταματούσε και έπρεπε να πάμε από επάνω για να βγούμε στο καρνάγιο του Μαστρογιάννη και στο σημερινό Κάβο, όπως έχω περιγράψει ερχόμενοι από τον  Άγιο Γιάννη.

Συγνώμη που χρησιμοποιώ παρατσούκλια, διότι τα περισσότερα επίθετα στην Ερμιόνη είναι τα ίδια πχ ο αδελφός του πατέρα μου Ηλίας Νάκος (ο οργανοπαίκτης,) είχε τέσσερες Βασίληδες με το ίδιο επίθετο και για να τους ξεχωρίσει έλεγε, ο Βασίλης του Μοναστηριού, ο Βασίλης  του παπά, ο Βασίλης ο Χιώτης, (Επειδή ο αδελφός μου είχε παντρευτεί Χιώτισσα ) και ο Βασίλης του Πράμα, επειδή είχε παντρευτεί την αδελφή του Απόστολου του Σιφναίου την Άννα και το παρατσούκλι του πατέρα τους, ήταν Πράμας. Θα αναφέρω σε όσες βάρκες θυμάμαι με τους ιδιοκτήτες τους. 

Λεωνίδα Θανάσης (Ο χοντρός),  Μερτύρης Δημήτριος (Λούτζας), Κιούσης Ιωάννης (Γηπαρης), στον Γύπαρη θα αναφερθώ ιδιαιτέρως, επειδή έκανε τον παλικαρά γιατί είχε ακούσει ότι ο Γύπαρης, ήταν πρωτοπαλίκαρο του Βενιζέλου, ο οποίος είχε σκοτώσει τον Ίωνα Δραγούμη, και οι Ερμιονίτες δεν θέλανε και πολύ για να του το κωλύσουν παρατσούκλι, ο Γύπαρης. Αυτός ήταν αδελφός του πάτερα της Πανωρίτσας Μερτυρη – Κιούση, και λέγετε ότι μια Αποκριά, που είχαν βγάλει έξω τις βάρκες για τη σχετική συντήρηση, μια μεγάλη παρέα γλεντούσε στην ταβέρνα του Μιχάλη του Νάκου, (αδελφού του πατέρα μου) απέναντι από το Λαογραφικό Μουσείο, πολλοί από αυτούς είχαν γίνει στούπα στο μεθύσι, οι πιο νηφάλιοι κατεβαίνουν στα Μανδράκια παίρνουν τη βάρκα του Γύπαρη και με φαλάγγια την ανεβάζουν μπροστά στην ταβέρνα και βάζουν μέσα τον Γύπαρη στούπα στο μεθύσι και όταν συνήλθε δεν καταλάβαινε που βρισκόταν, στα Μανδράκια ή στον Ταξιάρχη, από τις ωραίες πλάκες που είχαμε ακούσει τότε.
 
Συνεχίζω με τις βάρκες του Λευτέρη του Δράκα, με το γιό του Λάζαρο (Τσετσέρη), του Κώστα Κουτούβαλη, του Σπύρου Κουτουβαλη, πατέρα του Λάζαρου ο οποίος ήταν εξπέρ στους δυναμίτες. Μία φορά στην κατοχή, όταν ήταν οι αντάρτες στην Ερμιόνη, ψάρευε μεταξύ νησάκι και Κάβο μαυρονησίου, είδε με το γυαλί  κοπάδια τσιπούρες αλανιάρες και πετάει τέσσερα πλακάκια (δυναμίτες) σταυρωτά γέμισε τη βάρκα μέχρι τα μπουνιά με τσιπούρες, από οκά και πάνω η μία, ήρθε μέσα στην Ερμιόνη τις άδειασε και ξανά πήγε και ξαναγέμισε τη βάρκα.
 
Του Μανώλη του Νόνη (Κολινέκα) , του Τάσου Καρακώτσα με το γιό του Κώστα, του Γιώργου Μπαρδάκου, πατέρα του Γιάννη (Γερμανού), του Βασίλη του Μπαρδάκου, με το γιό του Γιώργο, ο οποίος Γιώργος μαζί με τον πατέρα του σκοτώθηκαν στη Δοβραίνα  όταν άνοιγαν μια νάρκη, για να πάρουν το υλικό να  φτιάξουν δυναμίτες. Η γκακάβα του Παναγιώτη Κουβαρά, η οποία ήταν ένα είδος ανεμότρατας, που ψάρευε σφουγγάρια και άραζε στο Μανδρακι του Τροκαντερού, του Μανώλη του Λακουτση (Μουτάρη), του Αργύρη του Κεσαραία, του Ανάργυρου του Πασχάλη, του Μανώλη του Ησαΐα (Κωνσταντάκη), τα αδέλφια της Λιολιός Νίκα (Τζάνη) Γιάννη και Γιώργο. Του Θανάση Τζάνη, του Μιχάλη Κομμά, του Ναπολέων Σπετσιώτη, του Αγγέλου Νοταρά με το γιό του Μανώλη (Κοβόλο), ο οποίος έπαιζε και στον Ερμή μπάλα και ήταν και από τού καλούς, διότι έτρεχε πάρα πολύ, του Σάββα του Σχινά, πατέρα του Μίμη, του Διαμαντή Κουτούβαλη (Διαμαντάρα). Συνεχιζεται…
                                                                                         
                  







 

Παρασκευή 1 Μαΐου 2020

ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΜΑΚΗ ΤΟΥ ΝΑΚΟΥ Σ6



Στα Μανδράκια εκεί που είναι τώρα το σουβλατζίδικο του Χρήστου του Παπαμιχαήλ, ήταν το καφενείο του Κώστα Κουτούβαλη, παππού του Κώστα του Κουτουβαλη, που ασχολείται με την ξυλουργική. Δίπλα ήταν το πατρικό σπίτι της Ανθούλας της Λαζαρίδου- Δουρουκου και της Ηρώς, όπως είναι σήμερα και μέσα στην αυλή ήταν το λιοτρίβι του πατέρα τους Νίκου Λαζαρίδου, συνέχεια στην καφετέρια εν λευκώ, ήταν το λιοτρίβι των αδελφών Μήτσου και Αχιλλέα Μερτύρη και πολύ αργότερα το ναυπηγείο του Λάζαρου Οικονόμου (Λούη).
Στην καφετέρια των αδελφών Παλυβού, ήταν το σπίτι με αυλή των αδελφών Γεωργίου Ταρούση (Κουζούμη) και μπροστά στη φάτσα, ήταν μαγαζί με είδη αλιείας, χονδρική πώληση σιγάρων και στο βάθος ένα μικρό υπόγειο με βαρέλια κρασί του Νίκου Λαζαρίδη. Δίπλα μετά το στενό δρομάκι, ήταν το σπίτι των αδελφών Οικονόμου, που μπροστά στη φάτσα, ήταν το καφενείο <Τροκαντερό>του Γιάννη του Οικονόμου, που το είχε ονομάσει έτσι, από μία διάσημη περιοχή του Παρισιού με ξενοδοχεία και δημοφιλή κέντρα διασκέδασης.
Μπροστά στη θάλασσα είχε φτιάξει ένα μανδράκι μπαζωμένο με χώμα και πέτρες, το καλλίτερο από την πλευρά των Μανδρακιών που μπορούσαν να αράξουν και μικρά καΐκια, έβγαζε  και τραπεζάκια με καρέκλες και τα καλοκαίρια πίναμε γκαζόζα και το υποβρύχιο βανίλια, στη αίθουσα του καφενείου πολλές φόρες το χειμώνα, ερχόντουσαν περιοδεύοντες  θίασοι (Μπουλούκια)και έπαιζαν θέατρο, γιατί θυμάμαι μια χρονιά εγώ είχα δει τη Γενοβέφα, στα Μανδράκια γινόντουσαν πολλές εκδηλώσεις, διασκέδασης τις αποκριές με τους μασκαράδες, όταν ερχότανε και ο συμμαχικός στόλος μέχρι το 1938 έβγαινε ορχήστρα από τα πλοία και έπαιζαν διάφορους σκοπούς της εποχής και το εμβατήριο της ποδοσφαιρικής ομάδας και έπαιζε με τον ΕΡΜΉ στα αλώνια.
Τα δε Χριστούγεννα και Αγίου Βασιλείου γινόταν ο χαμός, με το ρόλο (Κορώνα γράμματα),το επίκεντρο ήταν πάντα το καφενείο το Τροκαντερό, τα καλοκαίρια της κατοχής ερχόταν ένας Καραγκιοζοπαίχτης ονόματι Σωτήρης, πολλοί έλεγαν ότι ήταν γιος του Ευγένιου Σπαθάρη, ήταν σπουδαίος στη τέχνη του, για μας ήταν μία νότα της παιδικής μας ηλικίας, διότι με τα σκαμνάκια πηγαίναμε κάθε βράδυ και παρακολουθούσαμε την παράσταση και εσκάγαμε στα γέλια με τα αστεία και της ατάκες του Καραγκιόζη .
 Έβγαινε ο καραγκιόζης στο πανί και άρχιζε: Αξιότιμοι κύριοι καλησπέρα σας πέρα για πέρα, εμπρός από εδώ , έκανε ορισμένα βήματα εμπρός, έκανε αμέσως πίσω και έλεγε, έως εδώ και ερχόταν και στο ίδιο σημείο από όπου ξεκίνησε , απόψε έχουμε το υπέροχο έργο , η αφεντομουτσουνάρα μου φούρναρης, δεν σας λέω ψέματα και αν σας λέω αλήθεια, κακιά μπόμπα να πέσει να με κάψει, η μπόμπα νάνε από φελλό και εγώ από πίσω απ΄ το βουνό. Έκανε και τον ποιητή και έλεγε, αχ τι καιρό που διάλεξε ο διάολος να με πάρει, τώρα που ανθίζει η θάλασσα και βόσκουν οι γαϊδάροι, όποτε καταλαβαίνεται το τι γινόταν από τα γέλια. Συνεχίζεται..       

 

 

Πέμπτη 30 Απριλίου 2020

ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΜΑΚΗ ΤΟΥ ΝΑΚΟΥ Σ5



H Μαρκό ήταν βελγίδα και όταν απεβίωσε ο σύζυγος της,  αντί στεφάνου έστειλε τα χρήματα και φτιάξανε  το σημερινό εξοχικό, που είναι δίπλα στη θάλασσα, πίσω από το Ιερό του Αγίου Γιάννη και σήμερα το έχει νοικιάσει η  (Λέλα η Γκάτσου-Αθηναίου). Ερχόταν τα καλοκαίρια και καθόταν σε αυτό το εξοχικό, είχε αγαπήσει την Ερμιόνη, ήταν καλλιεργημένος άνθρωπος, βοήθησε πολλά παιδιά, διδάσκοντας ξένες γλώσσες, επίσης φύτεψε τα πεύκα κατά μήκος του δρόμου, από τον Κάβο μέχρι το σπίτι Γιώτας Δέδε και τα πεύκα κάτω από το σχολείο (Δημαρχείο). 

Ο δρόμος τότε δεν ήταν όπως είναι σήμερα από Άγιο Γιάννη μέχρι Κάβο, Κaza Dei, ήταν ένα μονοπάτι και στο σημείο αυτό σταματούσε, από κάτω ήταν γκρεμός και θάλασσα, έπρεπε να κάνουμε δεξιά σε ένα μικρό σοκάκι από το καρνάγιο του μάστρο Γιάννη του Κοτταρά και αμέσως αριστερά για να βγούμε πάνω από το σπίτι της οικογένειας Αρβανιτάκη, (Σημερινό Κρινή)και από το σπίτι του Βλαχοδημήτρη και να βγούμε στη γωνία του σπιτιού του Μπάρμπα Κώστα του Προκοπίου (Σημερινό σπίτι Κώστα Φασιλή)και Κοσμά Βρεττού, σε αυτό το μονοπάτι ήταν μόνο το σπίτι της οικογένειας Παπαφράγκου και πίσω από τον κάβο ήταν το σπίτι του Σωτήρη του Καλιάνου και δίπλα και ανατολικά το σπίτι του γιατρού Απόστολου Παπαβασιλείου, σημερινό Γηροκομείο και το Δημοτικό σχολείο (Κοινοτικό γραφείο) απέναντι ήταν το ταχυδρομείο το οποίο και μέχρι τίς  αρχές του 1940 ήταν στο σπίτι της οικογένειας Άννας Μαστράκη (Σαρρή).

Το σχολείο είχε κτιστεί πριν από τον πόλεμο από τον  Γεώργιο Παπανδρέου, πατέρα του Ανδρέα, όταν ήταν υπουργός παιδείας, η βορειανατολική αίθουσα κτίστηκε το 1939 και η βορειοδυτική πολύ αργότερα και έτσι πήρε τη σημερινή μορφή σε σχήμα Π. Η αστυνομία ήταν μέχρι και το 55 σε ένα διώροφο σπίτι του Απόστολου του Κατσογιώργη, στον επάνω όροφο ήταν το γραφείο της Αστυνομίας και κάτω κρατητήριο. ο                                                                                                                                                     Στη διαδρομή από Άγιο Γιάννη μέχρι τον κάβο ήταν οι δύο μπανιέρες που κάνανε μπάνιο, οι γυναίκες και τα μικρά παιδιά, στις οποίες μάθαμε και εμείς μπάνιο με τις νεροκολοκύθες, μια ήταν του μαστρο Γιάννη κάτω από τον κάβο και η άλλη στη συκιά κάτω από το σημερινό σπίτι της Ηρώς Λαζαρίδου, δίπλα δεξιά από το μαδέρι στη μέση λίγο δεξιά από την ταβέρνα  Τζιέρι, ήταν το Κουλούρι για τους άνδρες και ανοικτά γινόντουσαν τα μπέλ μίξ δηλαδή άνδρες και γυναίκες. Επίσης υπήρχε και μια στη Μαγγούλα, εκεί προς το γκουρουμέση που κολυμπούσαν οι μηλιώτες, διότι κάθε μαχαλάς είχε και την ονομασία του, Μηλιώτες, Μανδρακίωτες, λιμανιώτες, Μπιστιώτες, και μια φορά είχε γίνει πετροπόλεμος στη πλατεία που ήταν το καφενείο του Γιάννη του Γκάτσου, πατέρα του Φάνη του Γκάτσου, μεταξύ Μυλιωτών και λιμανιωτών που άφησε εποχή, αρχηγός των Μυλιωτών ηταν ο Αντώνης ο Κολυμπάδης (Μπαρμπάτσης) Και των λιμενιωτών ο Πάνος ο Μερτύρης (Πανούτσος). Συνεχίζεται.