Δευτέρα, 12 Ιανουαρίου 2015

TA ΘΕΟΦΑΝΕΙΑ ΣΤΗN ΕΡΜΙΟΝΗ


Για να θυμόμαστε εμείς και να μαθαίνουν οι νέοι.

Έγραφε η εφημερίδα < ΕΡΜΙΟΝΙΣ> το Φεβρουάριο 2001.
Η γιορτή των Θεοφανείων αρχίζει από την παραμονή, τη μέρα που περπατάει ο Σταυρός. Πρωί -  Πρωί ο ιερέας τελεί τον μικρό αγιασμό, γεμίζει το αγιασματάρι (Εκκλησιαστικό σκεύος) με αγιασμένο νερό που  το κρατούσε ένας από τους μικρούς συνοδούς και ο ίδιος κρατώντας μια δέσμη βασιλικού και τον Τίμιο  Σταυρό, παίρνει τους δρόμους για να αγιάσει τα νοικοκυριά του χωριού. Άλλοι δύο νεαροί κρατούσαν ταγάρια, για να μαζεύουν τις προσφορές των χριστιανών, πορτοκάλια, μανταρίνια, ξερά σύκα, αμύγδαλα, καρύδια, σκομαϊδες, κλπ. Συνήθως έριχναν ασημένια νομίσματα στην αγιαστούρα, οι δε νοικοκυρές δεν απομακρύνονταν, μέχρι να περάσει ο Σταυρός, γιατί θωρούσαν αμαρτία και προσβολή να είναι κλειστό το σπίτι. Φέτος άδικα περιμέναμε, γιατί μία η γρίπη, μια γιατί η Ερμιόνη έφτασε μέχρι το Μπίστι, μια η λαϊκή αγορά, ο Σταυρός δεν πέρασε απ΄ το νοικοκυριό μας. Τότε εμείς κάναμε κάτι απλό πήραμε άγιασμα απ΄ το μικρό   αγιασμό και ραντίσαμε τις γωνίες του σπιτιού μας.

Το βράδυ όταν οι ιερείς μαζεύονταν στην εκκλησιά, τα παλληκάρια που την άλλη μέρα θα πέσουν να πιάσουν το Σταυρό, τριγυρνούσαν τραγουδώντας στις γειτονίες το Γιάλα- Γιάλα, φορώντας άσπρα παντελόνια , μαύρες μπλούζες και άσπρο μαντίλι στο λαιμό. Ανήμερα πηγαίνουν στην εκκλησιά προσκυνούν και μέσα τους ο καθένας χωριστά, παρακαλούν  την Παναγιά, αυτός να είναι ο ευλογημένος που θα πιάσει το Σταυρό. Ύστερα κατηφορίζουν να πάρουν θέση στα στολισμένα με δάφνες και μυρτιές τρεχαντήρια, τραγουδώντας και κουνώντας τα αριστερά – δεξιά στα ήρεμα νερά του λιμανιού ώσπου να έρθει η ευλογημένη ώρα.

Κατά τις έντεκα η πομπή με τους ιερείς τους ψάλτες και το εκκλησίασμα με τα ιερά σύμβολα, φτάνει στην βόρεια παραλία και παίρνει θέση μαζί με τους επισήμους στη  στολισμένη εξέδρα και αρχίζει η τελετή.      
Ο Κόσμος με ευλάβεια παρακολουθεί και όταν την τρίτη φορά επαναλαμβάνεται το <Εν Ιορδάνη> τα περιστέρια ελευθερώνονται και ο Σταυρός και η εικόνα της Παναγίας από τα χέρια του παπά πέφτουν στη θάλασσα, τότε τα παλληκάρια εγκαταλείπουν τα καΐκια και κολυμπώντας συναγωνίζονται ποίος θα πιάσει το Σταυρό και την εικόνα. Στη συνέχεια αφού τ΄ ασπάζονται τα παραδίδουν στους ιερείς που χαρίζουν στους τυχερούς ένα χρυσό σταυρό και έτσι τέλειωνε ο αγιασμός των υδάτων  και το άγίασμα το παίρνουν τα κύματα στα πέλαγα και το μεταφέρουν στους ναυτικούς μας. Στα δικά μας χρόνια πριν οι Μουλάδες, σημερινοί Τζιχαντιστές , εκδράμουν κατά των ενοριών μας και αλλοιώσουν τα όσια και ιερά έθιμα του τόπου μας, η τελετή δεν τελείωνε έτσι.

Το έθιμο ήθελε τα παλληκάρια που έπεφταν να πιάσουν το Σταυρό, να το τοποθετούν σε ασημένιο δίσκο με λουλούδια και να το μεταφέρουν προσκύνημα στο λαό σε όλα τα σπίτια του χωριού και μαζί με τα λίγα χρήματα που μάζευαν για τα έξοδα, αποχαιρετούσαν τους συγγενείς και φίλους, γιατί σε λίγο θα έφευγαν στρατιώτες, για να υπερασπίσουν αυτά που κρατούσαν στα χέρια τους.         

Το έθιμο αυτό το σεβαστήκαν ακόμα και οι αλλόθρησκοι κατακτητές, το σταμάτησαν όμως οι ιερείς με την ευκολία εκείνων, που δεν τίμησαν και δεν τιμήθηκαν από αυτό το χριστιανικό έθιμο.  Άλλως δεν μπορούμε να είμαστε ευτυχισμένοι σε μια χριστιανική εκκλησιά, που την υπερασπιζόμαστε με αυτοθυσία και αισθανόμαστε τύψεις ή αμαρτία, όταν δεν συνεχίζουμε ιερές παραδώσεις, που άντεξαν στον χρόνο και είναι συνυφασμένες με τη βαθειά χριστιανική Πίστη. Δυστυχώς επιτρέψαμε στους εμπόρους της Πίστεως να εκμεταλλεύονται τα χριστιανικά συναισθήματα μας και να αισχροκερδούν!!!

Όσο μας αποκόβεται από τις ρίζες μας και τις παραδόσεις μας, τόσο η ηθική μας θα χαλαρώνει και εν προκειμένω η χριστιανική ηθική. 

Όταν είσαστε ανάξιοι και φιλάργυροι αποδεδειγμένα, τι το ευκολότερο παρά να μιμηθείτε τον ΙΟΥΔΑ  !!!
....................                                                                                                                                 
Τα παραλειπόμενα των Θεοφανείων                                                                  Α)Το 1942 στο σπίτι μας είχαν έρθει οι μπαζανάκηδες του πατέρα μου ο μπάρμπας Κοσμάς και ο μπάρμπα Μανώλης και όπως πίνανε κρασί με νερόβραστο χταπόδι λόγω νηστείας, να και έρχεται ο παπά-Φρέδος, φουριόζος και ψάλλοντας το < Εν Ιορδάνη>. Μπαίνει στο σπίτι μας, ραντίζει με το βασιλικό στο μέτωπο τους παρευρισκομένους και γυρίζει να φύγει, όταν ο πατέρας μου του λέει στα Αρβανίτικα :                             -Παπά ένα μεζέ και ένα ποτήρι κρασί;                                                       
-Όχι, απαντά ο παπάς, βιάζομαι να προλάβω.                                              
-Έλα βρέ αδελφέ του απαντά ο πατέρας μου, πώς κάνεις έτσι;                 
Και ο σεβάσμιος άμισθος ιερέας με ειλικρίνεια απάντησε.
-Όπως κάνεις εσύ καπετάν Κοσμά, όταν πέφτεις στα σφουγγάρια.

Β) Το 1946 παπάς στην ενορία των Παμμεγίστων Ταξιαρχών ήταν ο αείμνηστος Μιχάλης Νάκος, τον καιρό εκείνο στις εορτές και κάθε Κυριακή πηγαίναμε με τους γονείς μας στην εκκλησία, και συνηθίζαμε από μικροί να ντυνόμαστε παπαδάκια και να συνοδεύουμε με τις λαμπάδες τον παπά, κατά το τελετουργικό της Θείας Λειτουργίας.                 
Αργότερα μεγαλώνοντας μπροστά από την Ωραία Πύλη λέγαμε το Πάτερ υμών και το Πιστεύω και παραμονή των Θεοφανείων, συνοδεύαμε τον παπά στην περιφορά του Σταυρού, στα σπίτια του χωριού για να τα αγιάσει.         

Αυτό το χρόνο κατά την περιφορά του Σταυρού, ο Μάκης ο Νάκος κρατούσε την αγιαστούρα με τον αγιασμό, που οι χριστιανοί έριχναν φραγκοδίφραγκα, ο Γιαννης Παπαντωνίου από το Κρανίδι και εγώ κρατούσαμε από ένα ταγάρι και βάζαμε ότι μας έδιναν, οι νοικοκυρές, καρύδια, μανταρίνια, σκομαίδες, σύκα και ότι άλλο είχαν. Ξεκινήσαμε πρωί-πρωί από την πάνω γειτονιά και το απόγευμα φθάσαμε στον αλευρόμυλο του Γιάννη του Σιδέρη, από εκεί ανηφορίσαμε προς το σπιτικό του μπάρμπα Γιάννη του Γεωργίου (Κομπάκη) όμως αντί να κτυπήσουμε την ανατολική πόρτα, ο παπά Μιχαλάκης ανοίγει την πόρτα κατά το βοριά και ταυτόχρονα αρχίζει να ψέλνει το Εν Ιορδάνη, ο Γάιδαρος ξαφνιάζεται και αρχίζει να γκαρίζει, γιατί κατά λάθος μπήκαμε στο αχούρι. Ο παπάς που δεν περίμενε τέτοια υποδοχή, υποχωρεί και παρασύρει τον Μάκη που του πέφτει η αγιαστούρα και χύνεται ο αγιασμός.  Εν τω μεταξύ ο μπάρμπα Γιάννης ακούει τη φασαρία και βγαίνει έξω και λέει στο παπά. -Από εδώ είναι  το σπίτι παπά μου. Και τότε ο πάντα ήρεμος παπά-Μιχαλάκης του λέει, καλά θα γυρίσουμε…Επιστρέψαμε στη εκκλησία να γεμίσουμε την αγιαστούρα με αγιασμό και να συνεχίσουμε!!!

Γ) Την επιθυμία να πιάσει το Σταυρό εκδήλωνε κάθε χρόνο και ο αγώνας Τάσος Σχοινάς η Τζάνης, ο οποίος καθόταν κάτω από την εξέδρα έτοιμος να πέσει, αλλά πάντα κάποιος τον εμπόδιζε.  Αυτό το χρόνο και χωρίς να το αντιληφθεί, ο Γιώργος ο Μπαρδάκος (Σκαρμούτσος ) του είχε αγκιστρώσει το σακάκι με μια πολυαγκίστρα και όταν προσπάθησε να πέσει στο νερό τον κρατούσε ακίνητο, και αυτός να διαμαρτύρεται – ‘Ασεμε ρε Αγώνα… Και ο κόσμος να χειροκροτεί. Τον αείμνηστο Τάσο ο εν λόγω παπάς τον αναφέρει στο ανυπόγραφο λιβελογράφημα του διακωμωδώντας Τον Δημιουργό για το δημιούργημα του.
Η Θέωση του Ρατσισμού από τους εκπροσώπους Του.