Δευτέρα 30 Νοεμβρίου 2015

ΕΡΜΙΟΝΗ 1940-1946





 
 

 

 

 





Ο ΜΑΚΗΣ Ο ΝΑΚΟΣ ΔΙΗΓΕΙΤΑΙ
Στο ΕΑΜ στην οργάνωση των ανταρτών, ήσαν και πολλοί Ερμιονίτες , της οποίας οργάνωσης, αρχηγός ήταν ο Τάσος Κακαβούτης, γεωπόνος το επάγγελμα, όχι όμως από την Ερμιόνη, ήταν από τα μέρη της Μακεδονίας, είχε διοριστεί στο ΕΑΜ στην οργάνωση των ανταρτών, ήσαν και πολλοί Ερμιονίτες , της οποίας οργάνωσης, αρχηγός ήταν ο Τάσος Κακαβούτης, γεωπόνος το επάγγελμα, όχι όμως από την Ερμιόνη, ήταν από τα μέρη της Μακεδονίας είχε διοριστεί στο ΕΑΜ στην οργάνωση των ανταρτών ήσαν και πολλοί   Ερμιονίτες , όχι όμως από την Ερμιόνη, ήταν από τα μέρη της Μακεδονίας, είχε διοριστεί από το Κράτος, στην επαρχία τη δική μας και η διαμονή του ήταν στην Ερμιόνη.
Ο πόλεμος και η κατοχή τον βρήκε στα μέρη τα δικά μας και στη οργάνωση ήταν το Α και το Ω με λίγα λόγια έλυνε καί έδενε.
Ένα πρωί κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου των ανταρτών, βλέπουμε αραγμένο στο Μανδράκι του Τροκαντερό, ένα υδροπλάνο, κόσμος παιδία χαζεύαμε το γεγονός και από ότι μάθαμε την νύκτα, κάπου στο μπουγάζι, πετάγανε κόκκινες φωτοβολίδες, χωρίς να ξέρουμε τι συνέβαινε εκεί στο σημείο αυτό πήγε το καΐκι του Νίκου του Μαρόγιαννη (Τσουλή) και αλλα μικρό- καίκα το ρυμούλκησαν και σιγά σιγά το έφεραν έξω στα μανδράκι διότι είχε μείνει από καύσιμα το τι γινόταν μέσα στο υδροπλάνο δεν ήξερε κανείς τίποτα θα το μαθαίναμε όμως σε λίγο διότι κάποια στιγμή κατά την 11η ώρα προσθαλασσώνεται στα Μανδρακια ένα άλλο υδροπλάνο όχι όμως σαν αυτό που ήταν αραγμένο στον Τροκαντερό, αυτό ήταν αεράκατος δηλαδή δεν είχε βάρκες στα φτερά του, αλλά όλη η άτρακτος έπλεε πάνω στο νερό. Σιγά σιγά ζύγωσε κοντά του, αλλά δεν μπορούσε να πιάσει  δίπλα και έτσι ήλθε και άραξε στο Μανδρακι, που ήταν στο σπίτι της Ανθούλας Δουρούκου Λαζαρίδου.

Πέταξε ένα μεγάλο παλαμάρι από χονδρό σχοινί, αλλά δεν είχαν που να το δέσουν, οπότε ο πατέρας της Ανθούλας ανοίγει την αυλόπορτα όπως είναι σήμερα, γιατί μέσα στην αυλή υπήρχε ένας μεγάλος φοίνικας, όπου δένουν την άκρη γύρω από τον φοίνικα και αρχίζουν να βγάζουν από αυτό πού ήταν αραγμένο στο Τροκαντερό, φορεία με τραυματίες και να τους μεταφέρουν στην αεράκατο, αφού τελείωσαν  πέταξαν και μια μεγάλη μάνικα και έδωσαν καύσιμα στο υδροπλάνο, οποίο έφυγε πρώτο και  μετά ετοιμάστηκε να φύγει το άλλο, αφού έβαλε εμπρός τις μηχανές και είχε αρχίσει να απομακρύνεται, ήταν όμως ακόμα δεμένο στο φοίνικα, το σχοινί είχε τεντωθεί και αυτοί φώναζαν να το λύσουν, οπότε εκεί ήταν ο Μήτσος ο Μήτσου και φώναζε του πατέρα της ανθούλας,  να του δώσει ένα μαχαίρι να κόψει το σχοινί, πράγματι ο μπάρμπα Νίκος του έφερε το μαχαίρι, αλλά ο Μήτσος δεν πήγε να το κόψει από τον φοίνικα, αλλά έτρεξε στην άκρη του Μντρακιού και από εκεί το έκοψε και η αεράκατος έφυγε.   



 

 

 

 

 

 

Ο ΜΑΚΗΣ Ο ΝΑΚΟΣ ΔΙΗΓΕΙΤΑΙ

Στο ΕΑΜ στην οργάνωση των ανταρτών, ήσαν και πολλοί Ερμιονίτες , της οποίας οργάνωσης, αρχηγός ήταν ο Τάσος Κακαβούτης, γεωπόνος το επάγγελμα, όχι όμως από την Ερμιόνη, ήταν από τα μέρη της Μακεδονίας, είχε διοριστεί στο ΕΑΜ στην οργάνωση των ανταρτών, ήσαν και πολλοί Ερμιονίτες , της οποίας οργάνωσης, αρχηγός ήταν ο Τάσος Κακαβούτης, γεωπόνος το επάγγελμα, όχι όμως από την Ερμιόνη, ήταν από τα μέρη της Μακεδονίας είχε διοριστεί στο ΕΑΜ στην οργάνωση των ανταρτών ήσαν και πολλοί   Ερμιονίτες , όχι όμως από την Ερμιόνη, ήταν από τα μέρη της Μακεδονίας, είχε διοριστεί από το Κράτος, στην επαρχία τη δική μας και η διαμονή του ήταν στην Ερμιόνη.
Ο πόλεμος και η κατοχή τον βρήκε στα μέρη τα δικά μας και στη οργάνωση ήταν το Α και το Ω με λίγα λόγια έλυνε  καί έδενε.

Ένα πρωί κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου των ανταρτών, βλέπουμε αραγμένο στο Μανδράκι του Τροκαντερό, ένα υδροπλάνο, κόσμος παιδία χαζεύαμε το γεγονός και από ότι μάθαμε την νύκτα, κάπου στο μπουγάζι, πετάγανε κόκκινες φωτοβολίδες, χωρίς να ξέρουμε τι συνέβαινε εκεί στο σημείο αυτό πήγε το καΐκι του Νίκου του Μαρόγιαννη (Τσουλή) και αλλα μικρό- καίκα το ρυμούλκησαν και σιγά σιγά το έφεραν έξω στα μανδράκι διότι είχε μείνει από καύσιμα το τι γινόταν μέσα στο υδροπλάνο δεν ήξερε κανείς τίποτα θα το μαθαίναμε όμως σε λίγο διότι κάποια στιγμή κατά την 11η ώρα προσθαλασσώνεται στα Μανδρακια ένα άλλο υδροπλάνο όχι όμως σαν αυτό που ήταν αραγμένο στον Τροκαντερό, αυτό ήταν αεράκατος δηλαδή δεν είχε βάρκες στα φτερά του, αλλά όλη η άτρακτος έπλεε πάνω στο νερό. Σιγά σιγά ζύγωσε κοντά του, αλλά δεν μπορούσε να πιάσει  δίπλα και έτσι ήλθε και άραξε στο Μανδρακι, που ήταν στο σπίτι της Ανθούλας Δουρούκου Λαζαρίδου.


Πέταξε ένα μεγάλο παλαμάρι από χονδρό σχοινί, αλλά δεν είχαν που να το δέσουν, οπότε ο πατέρας της Ανθούλας ανοίγει την αυλόπορτα όπως είναι σήμερα, γιατί μέσα στην αυλή υπήρχε ένας μεγάλος φοίνικας, όπου δένουν την άκρη γύρω από τον φοίνικα και αρχίζουν να βγάζουν από αυτό πού ήταν αραγμένο στο Τροκαντερό, φορεία με τραυματίες και να τους μεταφέρουν στην αεράκατο, αφού τελείωσαν  πέταξαν και μια μεγάλη μάνικα και έδωσαν καύσιμα στο υδροπλάνο, οποίο έφυγε πρώτο και  μετά ετοιμάστηκε να φύγει το άλλο, αφού έβαλε εμπρός τις μηχανές και είχε αρχίσει να απομακρύνεται, ήταν όμως ακόμα δεμένο στο φοίνικα, το σχοινί είχε τεντωθεί και αυτοί φώναζαν να το λύσουν, οπότε εκεί ήταν ο Μήτσος ο Μήτσου και φώναζε του πατέρα της ανθούλας,  να του δώσει ένα μαχαίρι να κόψει το σχοινί, πράγματι ο μπάρμπα Νίκος του έφερε το μαχαίρι, αλλά ο Μήτσος δεν πήγε να το κόψει από τον φοίνικα, αλλά έτρεξε στην άκρη του Μντρακιού και από εκεί το έκοψε και η αεράκατος έφυγε.   

Κυριακή 29 Νοεμβρίου 2015

ΕΡΜΙΟΝΗ 1940-1946


Ο ΜΑΚΗΣ Ο ΝΑΚΟΣ ΔΙΗΓΕΙΤΑΙ

Μια μέρα επί Ιταλών, η Άννα η Αρβανιτάκη, αδελφή του Κώστα που είχε το ταξί, καλή της ώρα αν ζει ακόμα στην Αμερική, όπου είχε φύγει από μικρή, είχε κλέψει ένα αντίσκηνο από την Καζάρμα και το είχε κρύψει στο κουλούρι, οι Ιταλοί έψαχναν να το βρουν σε όλα τα σπίτια της Ερμιόνης, αλλά η Άννα και το αντίσκηνο είχε εξαφανιστεί. Όταν πήγα μια χρονιά στην Αμερική να επισκεφτώ την αδελφή μου, που και αυτή είχε φύγει από μικρή, την πήρε στο τηλέφωνο, γιατί έμενε σε άλλη πόλη της Καλιφόρνιας και λέω στην αδελφή μου μόλις τελειώσεις την ομιλία, δώσε μου την χωρίς να της πεις ότι είμαι εδώ, ούτε το όνομα μου.  

Πράγματι μόλις τελείωσε μου την έδωσε και εγώ άρχισα να της σιγοτραγουδώ ένα σατυρικό τραγούδι, που είχε κυκλοφορήσει εκείνο τον καιρό για κάποια πρόσωπα της Ερμιόνης και της θύμισα το αντίσκηνο που είχε κλέψει από τους Ιταλούς, αυτή τρελάθηκε και μου έλεγε συνεχώς, βρέ ποίος είσαι που μου θύμησες αυτά τα γεγονότα, που έχουν γίνει πριν 52 χρόνια στην Ερμιόνη, όταν της είπα ποίος είμαι, γιατί ήμαστε φίλοι με τον μικρό της αδελφό τον Ανάργυρο (Νάργο), που είναι και αυτός στην Αμερική, Βρέ διάβολε που τα θυμήθηκες όλα αυτά και μετά με ρωτούσε για ορισμένα πρόσωπα που θυμόταν από την Ερμιόνη και άλλα γεγονότα πρόσφατα από το Καστρί.


Εκείνοι που υπέφεραν πολύ από τη πείνα στην περιοχή μας, ήσαν οι Υδραίοι και οι Σπετσιώτες, φορτώνανε τα καΐκια από τα υπάρχοντα τους μέχρι και κουφώματα από τα σπίτια τους ξηλώνανε και τα έφερναν στην Ερμιόνη και τα πουλούσαν για μια οκά λάδι ή μισή οκά ρύζι, από την Ολλανδία. Το καλοκαίρι του 1943 έγινε και το γεγονός της αυτοκτονίας του Βρούνο Φαρίνα, ενός Ιταλού στρατιώτη που υπηρετούσε τότε στα στρατεύματα κατοχής στην Ερμιόνη.                                             

Οι Ιταλοί καθίσανε στην Ερμιόνη από τον Οκτώβριο του 1941 μέχρι 8-10 Σεπτεμβρίου του 1943, τότε έγινε η συνθηκολόγηση των Ιταλών με τους Συμμάχους, οπότε ξυπνάμε ένα πρωί τις μέρες αυτές και η Καζάρμα είχε λεηλατηθεί, δεν υπήρχε τίποτα μέσα και οι Ιταλοί είχαν γίνει Λούηδες, διότι φοβόντουσαν τους Γερμανούς, αν τους έβρισκαν θα τους σκότωναν, μερικοί έμειναν στην περιοχή τη δική μας και με τη Βοήθεια μας τους δώσαμε και πολιτικά ρούχα, τους κρύψαμε και όταν τελείωσε ο πόλεμος φύγανε για την Πατρίδα τους, οπότε και η Ερμιονίδα έγινε πλέον ανταρτοκρατούμενη, διότι οι Γερμανοί δεν είχαν στρατιώτες να στείλουν για φρουρά, γιατί είχαν ανοίξει πολλά μέτωπα και οι αντάρτες λύνανε και δένανε, είχαν επιτάξει το ισόγειο σπίτι της οικογένειας Παπαδοπούλου, το σημερινό εστιατόριο του σπυρανδρέα και το είχαν φρουραρχείο.


Το Ε.Λ.Α.Ν το ναυτικό τμήμα του ΕΑΜ, είχε επιτάξει ένα Κοιλαδιώτικο γρήγορο καΐκι πρώην ανεμότρατα, χωρίς κατάρτι και ένα μυδραλιοβόλο στην πλώρη, με ορισμένα τσουβάλια άμμο, που προστάτευαν τον πυροβολητή, το οποίο το είχαν ονομάσει πειρατικό και έκανε δολιοφθορές στα επίτακτα καΐκια των Γερμανών, που περνούσαν ανοικτά από την Ζούρβα (Ύδρα) με προορισμό την Κρήτη. Συνεχίζεται

Ο ΜΑΚΗΣ Ο ΝΑΚΟς ΔΙΗΓΕΊΤΑΙ


Ο ΜΑΚΗΣ Ο ΝΑΚΟΣ ΔΙΗΓΕΙΤΑΙ            

Στο σημείο αυτό, άνετα θα μπορούσε να προσγειωθεί και να απογειωθεί ένα αεροπλάνο, ωστόσο η κατοχή καλά κρατούσε από τους Γερμανούς και Ιταλούς όμως άρχισαν οι ελλείψεις σε καταναλωτικά αγαθά, διότι πολλά αγαθά επιτάσσοντο από τα στρατεύματα κατοχής, διότι τα ήθελαν για το εαυτό τους.         

Το χρήμα είχε χάσει την αξία του, ο πληθωρισμός είχε φτάσει στα ύψη, μαθαίναμε ότι το εισιτήριο του ηλεκτρικού τραίνου, από Πειραιά στην Ομόνοια, είχε ένα εκατομμύριο δρχ. Οι συναλλαγές γινόντουσαν είδος με είδος, ή με χρυσή λίρα, στην Ερμιόνη είχαν έρθει πολύ Ερμιονίτες που έμεναν στον Πειραιά και την Αθήνα, (επιστροφή στα Πάτρια εδάφη) διότι η πείνα και η δυστυχία, ήταν στις μεγάλες πόλεις.

Η συγκοινωνία γινόταν μετά καΐκια η με την Βενζίνα του Καραγιάννη, για επιβάτες και εμπορεύματα,  ελαιόξυλα, κάρβουνα, ζαρζαβατικά, ντομάτες, πεπόνια, ότι εποχιακό  φρούτο υπήρχε, πορτοκάλια, μανταρίνια φορτωνόντουσαν από το λιμάνι της Ερμιόνης και από το Θερμίση και τα ποτόκια σε μεγάλα καφάσια και τελάρα με Ψαριά στον πάγο, όλα για τον Πειραιά, η μαύρη αγορά έπαιρνε και έδινε, εμείς στο Καστρί, εκτός από βασικά είδη, ζάχαρη καφέ που λείπανε, είχαμε το λάδι, το κυριότερο από όλα και αυτό πολλές φορές πουλιόταν μαύρη αγορά, διότι θα ήταν η χρονιά χωρίς ελαιώνα και ότι χωράφι χέρσο υπήρχε, το σπέρναμε με στάρι, κριθάρι.

Στα περιβόλια και στα βοστάνια, καλλιεργούσαν καλαμπόκι και η μπομπότα πίτα από καλαμποκάλευρο και το πλιγούρι ή μπουλουχούρι (σπαστό σιτάρι) έδιναν και έπαιρναν ως βασικές τροφές, το καλαμποκάλευρο το έφτιαχναν ψωμί, αλλά σκέτο γινόταν πάρα πολύ σκληρό και έπρεπε να το ανακατέψουν με σιτάρι, για να τρώγεται και αυτά πολλές φορές  λόγω της μεγάλης ζήτησης δεν επαρκούσαν. Θυμάμαι μια φορά, δε μας έφτανε το αλεύρι να τηγανίσουμε τις μαρίδες, τις τηγάνισε η μητέρα μου από τη μια μεριά και όταν τις τρώγαμε, της εκάθησε ένα αγκάθι στο λαιμό και δεν μπορούσε να καταπιεί, ψωμί δεν υπήρχε και μου λέει, δεν πετάγεσαι δίπλα στην κυρά ζωή, (μητέρα του Γιώργου Νοταρά)να της ζήτησης ένα κομμάτι ψωμί κόρα, για να το φάω μήπως και φύγει το αγκάθι από το λαιμό μου.

Υπήρχαν άφθονα θαλασσινά, ψάρια χταπόδια κλπ. Διότι ένα διάστημα είχε απαγορευτεί το ψάρεμα, διότι κάθε πρωί ερχόταν ένα αεροπλάνο παλαιού τύπου με διπλά φτερά (δίπλανο ) και το είχαμε βάπτιση Καρκαλέτση και όπου έβλεπε βάρκα, έριχνε προειδοποιητικούς πολυβολισμούς, θυμίζοντας ότι υπάρχει απαγορευτικό .  Συνεχίζεται …

 

        

 

 

 

Παρασκευή 27 Νοεμβρίου 2015

ΕΡΜΙΟΝΗ 1940 - 1946

 O ΜΑΚΗΣ Ο ΝΑΚΟΣ ΔΙΗΓΕΙΤΑ  

Το Καποδιστριακό χρησιμοποιείτο και ως Δικαστήριο και για αυτό η έδρα ήταν υπερυψωμένη, οι άλλες τάξεις κάνανε μάθημα στην εκκλησία της Παναγίτσας του λιμανιού και στο σχολείο του Συγγρού. Εκείνη την εποχή  οι δάσκαλοι μας ήσαν, οι αείμνηστοι: Διευθυντής Μιχάλης Παπαβασιλείου, δασκάλες οι Κατίνα Παπαβασιλείου, Κατίνα Βρεττού, Κική Οικονόμου, και το ζεύγος Βαρελά, οι οποίοι αν και ήταν η εποχή (Το ξύλο βγήκε από τον Παράδεισο) εμείς τους θυμόμαστε με αγάπη και απέραντο σεβασμό, ως πρώτοι διδάξαντες σε δύσκολες εποχές.

Όταν οι Ιταλοί εγκαταστάθηκαν  στο Δημοτικό σχολείο (Δημαρχείο), η πρώτη τους δουλειά ήταν να το περιφράξουν Γύρω, γύρω με συρματόπλεγμα, εκεί που τώρα γίνονται οι εκδηλώσεις επάνω σε μια βάσει τοποθέτησαν ένα μυδραλιοβόλο ( Μεγάλο πολυβόλο) και το κυριότερο έκτισαν και μία τουαλέτα, διότι έως τότε χρησιμοποιούσαμε τις γκουλούμες στο Κουλούρι και τη συκιά στη μπανιέρα, η πολλές φορές στα κοντινά σπίτια     Μέσα στο σχολείο, στην αίθουσα που ήταν χωρισμένη στα δύο με μια ξύλινη κατασκευή, στη μέση άνοιγε και γινόταν μια μεγάλη αίθουσα, για τα θέατρα που παίζαμε και για διάφορες εκδηλώσεις .

Στο δυτικό σημείο οι Ιταλοί κτίσανε μια μακρόστενη κουζίνα μέσα στην οποία υπήρχε και φούρνος που τον χρησιμοποιούσαν και για τα φαγητά τους και για το ψωμί που έφτιαχναν κάθε μέρα. Την θυμάμαι πολύ καλά διότι μια μέρα παίζαμε με το Γιώργο το Νοταρά στα κάγκελα του Καραγιάννη (Πατεράκη)και μας φώναξε ένας Ιταλός, μας έβαλε μέσα στο μεγάλο διάδρομο, είχε έτοιμο ένα τενεκέ με πετρέλαιο με μια φασίνα μέσα και καθαρίσαμε όλο το διάδρομο και όταν τελειώσαμε μας πήγε μέσα στη κουζίνα μόλις είχε βγει το ψωμί, μας έδωσε από μια κουραμάνα (φραντζόλα) για αυτό θυμάμαι την κουζίνα τους επειδή όμως τα χέρια μας ήταν από πετρέλαιο, πιάσαμε την κουραμάνα με τους αγκώνες για να μη μυρίσει πετρέλαιο και πήγα τρέχοντας απέναντι στο σπίτι μου και έφαγα με βουλιμία το άσπρο ψωμί, διότι το βλέπαμε τότε με τα κιάλια, 

Η κεντρική είσοδος της καζάρμες ήταν στη Βόρεια δυτική πλευρά εκεί που είναι τώρα κάτι δένδρα στη γωνία στο δρόμο που πάμε να βγούμε στο Κάβο. Στην είσοδο μέρα νύκτα υπήρχε φρουρά (σκοπός) εκεί κάθε πρωί ένα διάστημα μαζεύονταν νέοι άνδρες, αφού από την προηγουμένη μέρα τους είχαν ειδοποιήσει, με ξινιάρια τσάπες και φτυαριά και συνοδεία τους πήγαιναν στα ευκάλυπτα, την περιοχή τότε τη λέγαμε Ιριώτικα, είχαν έρθει οικογένειες από τα Ιρια, Πολίτης, Καλιάνος και άλλοι, είχαν νοικιάσει την περιοχή αυτή από το Μοναστήρι και καλλιεργούσαν τα καλοκαίρια ντομάτες πεπόνια και έδιναν στο Μοναστήρι το γεμουρο (αποδοτικό τέλος).

Θα υπολογίσουμε μια περιοχή αριστερά του δρόμου όπως ανεβαίναμε για το Μοναστήρι, μέχρι σχεδόν τα βουλγαρείκα, η περιοχή ήταν χέρσα και όπου υπήρχε επίπεδο σημείο οι Ιταλοί έβαζαν τους άνδρες που έφερναν από την Ερμιόνη και άνοιγαν χαρακώματα, κάτι μεγάλους λάκκους 5 έως 6 μέτρα μήκος με 50-60 πόντους πλάτος και 40 πόντους βάθος, γιατί φοβοντουσαν τους συμμάχους μηπως το χρησιμοποιήσουν για αεροδρόμιο.

Συνεχίζεται...

 


 


         

Πέμπτη 26 Νοεμβρίου 2015

ΕΡΜΙΟΝΗ 1940-1946


O ΜΑΚΗ Ο ΝΑΚΟΣ ΔΙΗΓΕΙΤΑΙ

Ο Γερμανοί στην Ερμιόνη περισσότερο συμπεριφερόντουσαν σαν τουρίστες και ενδιαφέρονταν πολύ για τους αχινούς της θάλασσας. Μία μέρα του καλοκαιριού στο Αλατοβούνη έπιασε φωτιά και προσπαθούσαν να μαζέψουν άνδρες, για να πάνε να την σβήσουν, αλλά με τι μέσα να πήγαιναν εκεί, και ένα μέρος του κάηκε. Στο διάστημα που εκάθησαν από Μάη του 41 έως Οκτώβρη του 41 δεν δημιούργησαν κανένα πρόβλημα, έφυγαν και ήρθαν καμιά 15 Ιταλοί, η στρατιωτική τους στολή ήταν πράσινη και φορούσαν ένα καπέλο, που στο αριστερό του μέρος είχε ένα κοκορόφτερο.

 Επιτάξανε το σπίτι του μπάρμπα Αποστόλη του Κατσογιώργη, όχι το διώροφο το πατρικό, αλλά το σημερινό τριώροφο, και το ονόμασαν Καζάρμα, σπίτι του στρατού, οι περισσότεροι ήσαν καλοί άνθρωποι, τους άρεσαν τα τραγούδια με τις κιθάρες, πιάσανε φιλίες με τους  Ερμιονίτες, ερχόντουσαν τακτικά τις Κυριακές στις εκκλησίες, τους άρεσε το κρασί, πήγαιναν πολλές φορές στις ταβέρνες, υπήρχαν όμως και τα φασιστόμουτρα που δημιουργούσαν προβλήματα με τους  ντόπιους, αλλά τι να κάναμε ήταν στρατός κατοχής και έπρεπε μερικά πράγματα να τα υποστούμε .

Θυμάμαι το Πάσχα του 42 δεν μας άφησαν να κάνουμε Ανάσταση έξω και υποχρεωτικά η Ανάσταση έγινε μέσα, φαίνεται είχαν μάθει ότι στην Ορθόδοξη Ανάσταση, γίνεται χαμός από τα βαρελότα και τα τρίγωνα, για αυτό και το απαγόρευσαν, αλλά το τι έγινε εκείνο το Πάσχα μέσα στην εκκλησία δεν περιγράφεται, είχαν κυκλοφορήσει τότε κάτι κροτίδες, σαν τις καραμέλες τσάρλεστον, είχαν μέσα πυρίτιδα και στο χαρτί ένα είδος  βούλας, σαν καψούλι, με το πέταγμα κάτω με δύναμη με το χέρι, γινόταν έκρηξη, ντουμάνιαζε από τους καπνούς η εκκλησία και  καήκανε πολλές κάλτσες και φορέματα γυναικών, οπότε την άλλη χρονιά το Πάσχα μας άφησαν οι Ιταλοί και κάναμε Ανάσταση έξω στην εξέδρα.
Γινόντουσαν και ορισμένα γεγονότα εις βάρος Ερμιονιτών τα οποία εμείς που ήμαστε μικροί τότε δεν μπορούσαμε να έχουμε γνώμη και κρίση για τα δρώμενα και λεγόμενα εις βάρος των ντόπιων.  

Φαίνεται ότι το σπίτι αυτό του μπάρμπα Αποστόλη δεν τους βόλευε και μετά από κάμποσους μήνες φεύγουν και μετακινούνται στο δημοτικό σχολείο (Δημαρχείο) αφήνουν ελεύθερη τη Βορινή αίθουσα, στην οποία έκανε μάθημα η Τετάρτη δημοτικού, με δασκάλα την κυρία Κατίνα Παπαβασιλείου, οι υπόλοιπες τάξεις μοιραστήκανε και κάναμε μάθημα στο Καποδιστριακό, στην αίθουσα που μας έκανε μάθημα η κυρία Κατίνα Βρεττού. Συνεχίζεται…

 

 

  

Τετάρτη 25 Νοεμβρίου 2015

ΕΡΜΙΟΝΗ 1940-1946


Ο ΜΑΚΗΣ Ο ΝΑΚΟΣ ΔΙΗΓΕΙΤΑΙ

Στην Ερμιόνη, τις μέρες αυτές ήρθαν δύο επίταχτα Βαπόρια, το ένα το λέγανε Ολλανδία της εταιρίας Καλιμανόπουλου, περίπου 8.000 τόνων με γενικό φορτίο, το οποίο προοριζόταν για το μέτωπο της Αλβανίας και προσπαθούσαν να σωθούν πηγαίνοντας προς την Κρήτη.

 Το Ολλανδία το άραξαν στο Μουζάκι, δυτικά από την σπίθα του μπουγαζιού, εκεί που είναι κάτι κάθετες σχισμές στο βουνό και το άλλο ένα πολύ μικρότερο, πάλι της ιδίας εταιρίας ο Τάσος, στον Κουταβά, κάτω από τα κτήματα του Κατσαρού, αυτό ήταν γεμάτο με βαρέλια και δοχεία  πετρέλαιο και  βενζίνα.

 Το Ολλανδία (θα αναφερθώ σε χρονικό άλλη φορά )το άραξαν σε σημείο που δεν μπορούσαν να το κτυπήσουν τα στουκας, τα οποία ήταν τρομερά αεροπλάνα, καθέτου εφορμήσεως, κατέβαιναν πολύ χαμηλά αλλά εκεί μπροστά τους ήταν το βουνό, δεν μπορούσαν να φύγουν. Επί τρείς ημέρες το κτυπούσαν με βόμβες, αλλά δεν μπορούσαν να το βουλιάξουν και αναγκάστηκε το πλήρωμα ένα βράδυ, να το βουλιάξουν και να πάει στον πάτο, με όλο το εμπόρευμα που είχε, το ίδιο έγινε και με τον Τάσος στον Κουταβα, αυτό βούλιαξε με τη πλώρη και η πρύμη ήταν έξω από την επιφάνεια της θάλασσας.       

Την νύκτα πριν το βουλιάξουν, έγινε το πλιάτσικο, δεν άφησαν πετρέλαιο και βενζίνες από τους Ερμιονίτες και άλλους, θυμάμαι ότι την άλλη μέρα πιασαν πολλούς και τους έκλεισαν στη φυλακή, η οποία όπως έχω αναφέρει ήταν δίπλα στο σπίτι της Μαρίας της Τζανού, Καρακατσάνη,    στο σπίτι του μπάρμπα Αποστόλη του Κατσογιώργη και μου είχε κάνει εντύπωση, ότι είχε ένα μεγάλο παράθυρο, που το είχανε κλείσει με τούβλα και είχαν αφήσει ένα κομμάτι στο επάνω μέρος, για να φέγγει.

Για πολλά χρόνια εκεί που βούλιαξαν το Ολλανδία, στο Μουζάκη, λέγαμε: Που θα πάμε για ψάρεμα; Δε λέγαμε στο Μουζάκη αλλά στο Ολλανδία, στο Τάσο και όχι στον Κουταβά. Ένα πρωί τις μέρες αυτές, αφού με τα στούκας γινόταν ο χαμός με τα πλοία, που πήγαιναν στην Κρήτη, στο μεγάλο αυλάκι στο Κρόθι, που είναι κάτω από το βιολογικό, άραξε ένα αντιτορπιλικό  γεμάτο Νεοζηλανδούς στρατιώτες, οι οποίοι βγήκαν στο σημείο αυτό και με τα πόδια ήρθαν στην Ερμιόνη, πήραν νερό και τρόφιμα και έφυγαν για την Κρήτη.  Από ότι  μάθαμε μετά, το βούλιαξαν τα στούκας στο Μητρώο πέλαγος, κάτω από τα Τρίκερι την άλλη μέρα που έφυγαν από την Ερμιόνη .

Σε 20 ημέρες οι Γερμανοί μπήκαν στην Αθήνα και όλη η Ελλάδα πλέον ήταν υπό Γερμανική και Ιταλική κατοχή. Tο Μάρτη του 41 ήρθαν στην Ερμιόνη 2 Γερμανοί στρατιώτες, Αυστριακής καταγωγής, τον ένα τον έλεγαν Βίλη και τον άλλον Μπρούνο, επίταξαν το σπίτι του Ανδρέα του Πραχαλιά, πάνω από το μαγαζί και ο γιος του Άγγελος και συμμαθητής μας, τους έκανε φίλους. Συνεχίζεται…

 

 

 

ΕΡΜΙΟΝΗ 1940-1946


Ο ΜΑΚΗΣ Ο ΝΑΚΟΣ ΔΙΗΓΕΙΤΑΙ
O Μουσολίνι παρακαλούσε τους Έλληνες και έλεγε:
Δώσε μου λίγα λιμάνια δώσε μου και την Αθήνα δώσε μου, αχ και τον Πειραιά, δώσε μου την Ήπειρο όλη, δώσε μου και τα νησιά σου, δώσε μας και τον Πειραιά… Έτσι φθάσαμε στα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά του πολέμου 40-41.            

Ο ανεφοδιασμός του στρατού μας, γινόταν από το λιμάνι της Πρέβεζας, και από εκεί τα πολεμοφόδια και τα τρόφιμα προωθούντο στο μέτωπο. Είχαν επιταχθεί όλα τα βαπόρια, αυτοκίνητα, άλογα, μουλάρια, για της ανάγκες του στρατού μας, κάποια στιγμή από Χριστούγεννα και μέχρι Μάρτη του 41 σταμάτησαν οι επιθέσεις και οι μάχες με τους Ιταλούς, αφού την είχαν πάθει με τους Έλληνες, ήθελαν να αναδιοργανωθούν και ετοιμαστούν για την εαρινή επίθεση, όπως την έλεγαν.
Όπως έχω αναφέρει, στα αλβανικά βουνά έκανε πολύ κρύο, χιόνια, βροχές, κακουχίες και τα περισσότερα θύματα ήταν από τα κρυοπαγήματα, διότι υποχρεωτικά έπρεπε να τους ακρωτηριάσουν, αλλιώς θα πέθαιναν από γάγγραινα. Υπέφεραν και από πείνα, γιατί οι Αλβανοί δεν ήταν φιλικοί μαζί μας και τα εφόδια ερχόντουσαν  δύσκολα  λόγω καιρού, όταν γύρισαν από το μέτωπο τον Απρίλη του 41 έλεγαν ότι πολλές φορές έτρωγαν βαμβακόπιτα, που την είχαν τροφή για τα ζώα.     Το Μάρτη του 41 άρχισε η εαρινή επίθεση των Ιταλών, αλλά και πάλι τους πήραμε φαλάγγι και κοντεύαμε να τους πετάξουμε στη θάλασσα.
Βλέποντας την κατάντια τους οι Γερμανία μας κήρυξε τον πόλεμο στις 6 Απριλίου, διότι ήταν σύμμαχοι τους, οπότε έχουμε πλέον δύο μέτωπα, ένα στην Αλβανία και ένα στα σύνορα με την Βουλγαρία, στην περιοχή  του Νέστου ποταμού, διότι από εκεί από τα οχυρά του Ρούπελ, έγινε η επίθεση των Γερμανών. Σε αυτά τα οχυρά υπηρετούσε τότε ο Ερμιονίτης Βασίλειος Κων/νου Νάκος του (Πράμα).


Αντέξαμε 20 ημέρες,, στην τότε πανίσχυρη μηχανή του Κόσμου τη Γερμανική, στις μέρες αυτές αφού το μέτωπο της Αλβανίας είχε καταρρεύσει και οι στρατιώτες επέστρεφαν στα σπίτια τους, με ότι μεταφορικό μέσω ευρίσκαν, οι περισσότεροι με τα πόδια και ένας εξ αυτών ο Ερμιονίτης Τρύφωνας Οικονόμου (Κουνούρε).
Ο Τρύφωνας είχε φτάσει από την Αλβανία οδικώς με τα πόδια,  κάπου κοντά στο Αργος, και σε μια επίθεση των Γερμανικών στούκας, σκοτώθηκε. Συνεχίζεται...